Την Τρίτη, 25/7 στην αυλή, «Τα 400 χτυπήματα » του Φρανσουά Τρυφώ

 

 

Τρίτη 25 Ιουλίου 2017 , 21:15  Σινέ αυλή 

Ανδριακά Επίκαιρα: «Η Άνδρος της Μαρίνας Καραγάτση»

 

Η ταινία ορόσημο της Nouvelle Vague
Από τον FRANCOIS TRUFFAUT

ΤΑ 400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ
Les quatre cents coups
Δράμα/Γαλλία/1959/99’/Α/Μ

Σκηνοθεσία : Φρανσουά Τρυφώ
Σενάριο :Φρανσουά Τρυφώ
Πρωταγωνιστούν : Ζαν-Πιερ Λεό, Αλμπέρ Ρεμί, Κλερ Μοριέ, Γκάι Ντεκομπλέ, Πατρίκ Οφέι, Ντανιέλ Κοτιέ, Ζορζέτ Φλαμάτ,

ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ  Φεστιβάλ Καννών 1959

Πικρή, ευαίσθητη, με λυρική διάθεση, σχόλιο πάνω στην παιδική ηλικία και την εφηβεία.

Τα 400 χτυπήματα είναι μια ταινία του Τρυφώ με θέμα την παιδική ηλικία, έντονα βιωματική, που προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις, με την παιδαγωγική σχέση που διατρέχει ολόκληρη την ιστορία να είναι το ζητούμενο.

Τα 400 χτυπήματα είναι ένα θαυμάσιο ποίημα που μας κάνει να αναγνωρίσουμε την παιδικότητα, το ζωντανό πυρήνα της ανθρώπινης ψυχής που είναι η κινητήριος δύναμη της επιθυμίας και της δημιουργίας

Η ΥΠΟΘΕΣΗ
Ο Αντουάν Ντουανέλ είναι δεκατριών χρονών και ζει στο Παρίσι, με τους γονείς του. Η αδιαφορία των γονιών και η αυταρχική συμπεριφορά των καθηγητών του στο σχολείο, προκαλεί στον Αντουάν, ο οποίος ονειρεύεται την ελευθερία της θάλασσας, μια τάση φυγής από το καταπιεστικό, σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, μετά από πολλές περιπέτειες, ανάμεσα στις οποίες και ο εγκλεισμός του στο αναμορφωτήριο, κατορθώνει να φθάσει επιτέλους στην θάλασσα…

 

Η ΤΑΙΝΙΑ
Στην πραγματικότητα τα 400 χτυπήματα δεν είναι παρά ένα οικογενειακό χρονικό, μια ρομαντική αυτοβιογραφία, και ο ήρωας Αντουάν Ντουανέλ μια μυθοποιημένη εκδοχή του ίδιου του σκηνοθέτη. Αλλά και οι λήψεις της ταινίας είναι εξ ίσου πραγματικές: το σκηνικό της δεν είναι άλλο από τις λαϊκές γειτονιές του βόρειου Παρισιού. Στη σκηνή του τέλους με ένα πλάνο μεγάλης διάρκειας, ο πρωταγωνιστής μας τρέχει με κανονικό διασκελισμό. Η κάμερα τον ακολουθεί με ένα τράβελιγκ διαρκείας. Ο αρχικά κλειστός χώρος από φράκτες σιγά σιγά ανοίγει. Ακούγεται μόνο ο ήχος των βημάτων και που και που ένα κελάιδισμα πουλιών. Ο χρόνος εξαφανίζεται. Και κάποτε φτάνει στη θάλασσα.
Η ταινία απρόσμενα βρήκε τεράστια απήχηση όχι μόνο στη Δύση αλλά σ’ όλο τον κόσμο. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχει σ’ αυτή ένα μυστικό που έχουν και οι ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν. Είναι αυτό που ο G. Bachelard ονομάζει ποιητική της ονειροπόλησης. Πράγματι, τα 400 χτυπήματα είναι ένα θαυμάσιο ποίημα που μας κάνει να αναγνωρίσουμε την παιδικότητα, το ζωντανό πυρήνα της ανθρώπινης ψυχής που είναι η κινητήριος δύναμη της επιθυμίας και της δημιουργίας.
Η αθέατη αυτή ιδιότητα είναι η γέφυρα που συνδέει τον άνθρωπο με την ελπίδα και το όνειρο. Τα 400 χτυπήματα ήταν η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Τρυφώ και απέσπασε στις Κάννες τη χρονιά που εμφανίστηκε το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας.
«Είναι πολύ εύκολο να ερωτευτείς τις ταινίες του Τρυφώ γιατί μοιάζουν να αγαπούν το κοινό…» Με αυτή τη φράση ο σκηνοθέτης Ολιβιέ Ασάιας κατάφερε να προσδιορίσει με τον πληρέστερο τρόπο τη δύναμη των ταινιών του διάσημου σκηνοθέτη. Ταινίες που έχουν επηρεάσει την ιστορία του σινεμά και έχουν ενταχθεί στο αλφάβητο κάθε κινηματογραφόφιλου….
Φανατικός σινεφίλ ο ίδιος, από τα επτά του μόλις χρόνια, ο Φρανσουά Τρυφώ αγαπούσε τη λογοτεχνία αλλά όχι και το σχολείο, το οποίο παράτησε μόλις έγινε δέκα πέντε ετών. Η πρώτη του επαφή με την κινηματογραφική βιομηχανία γίνεται μέσω του Αντρέ Μπαζέν και των «Cahiers Du Cinema». Γίνεται κριτικός σε αυτή την «Βίβλο του σινεμά» και γράφοντας εκεί είναι που θέτει τις βάσεις για τη «θεωρία του auteur» (1954) σύμφωνα με την οποία ο σκηνοθέτης είναι ο πρωτεύων δημιουργός μιας ταινίας, πράγμα που ενέπνευσε και έγινε το «μανιφέστο» μιας ολόκληρης νέας γενιάς Ευρωπαίων σκηνοθετών. Την ίδια εποχή αρχίζει να γυρίζει ταινίες μικρού μήκους και εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη δίπλα στον Ρομπέρτο Ροσελίνι, λίγο πριν ολοκληρώσει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, την κακώς μεταφρασμένη σε όλες τις γλώσσες «Τα 400 Χτυπήματα» («Les 400 Coups”, 1959). Ο τίτλος προέρχεται από μια γαλλική έκφραση «faire les quatre cents coups», η οποία σημαίνει «ζω ατίθασα» και αντιπροσωπεύει απόλυτα αυτή την – σχεδόν αυτοβιογραφική…- ιστορία που επικεντρώνεται στην εφηβεία της κινηματογραφικής περσόνας του Τρυφώ, του Αντουάν Ντουανέλ.

Η ταινία αυτή θεωρείται το πρώτο δείγμα του κινήματος της nouvelle vague (το «νέο κύμα» του γαλλικού κινηματογράφου) αν και υπάρχουν πολλές ενστάσεις, μιας και ταινίες όπως το “La Point Courte” της Ανιές Βαρντά και το “Le Beau Serge” του Κλωντ Σαμπρόλ είναι προγενέστερες της. Σήμερα επίσης είναι αρκετά της μόδας ο ισχυρισμός ότι ο Τρυφώ ήταν ο πιο συντηρητικός του κινήματος, όμως ξεχνάμε ότι στόχος της nouvelle vague ήταν να αντιταχθεί στην παράδοση. Ο Τρυφώ, ο Γκοντάρ, ο Ρενέ, ο Ρομέρ, ο Ριβέτ κ. ά. ήθελαν να συλλάβουν με μια «ποιητική» ματιά την πραγματική ζωή, θέλοντας να αναβιώσουν την παράδοση των γαλλικών φιλμ της δεκαετίας του ’30 που είχε διακοπεί από τον πόλεμο. Ήταν ένας τρόπος να αντιδράσουν στην αποσύνθεση και τη στασιμότητα των επιτηδευμένων ταινιών «ποιότητας» που κυριαρχούσαν στη Γαλλία στη δεκαετία του ’50 (ως κριτικός μάλιστα ο Τρυφώ είχε γράψει «…Ξεσηκωθείτε ενάντια στο γαλλικό σινεμά, σπάστε τα καθίσματα όταν έρχεστε αντιμέτωποι με τόσο προσβλητικά φιλμ…»), αναζητώντας την απλότητα και την αμεσότητα των φιλμ των Ζαν Ρενουάρ, Ζαν Βιγκό και Ρενέ Κλερ.
Βλέποντας το «Τα 400 Χτυπήματα» συνειδητοποιείς ότι, πέρα από την καθαρά κλασική δομή, υπάρχει ένας έντονος αυθορμητισμός που σπάνια συναντάς στον κινηματογράφο. Χωρίς άμεσα υποκειμενικά πλάνα από την οπτική γωνία του Αντουάν όλη η ταινία είναι ιδωμένη μέσα από τα μάτια του, εκφράζοντας την ευαισθησία του εφήβου που αναζητά τον εαυτό του και την κατανόηση των γύρω του. Σπάνια βλέπουμε πράγματα έξω από το μυαλό του Αντουάν γι’ αυτό και οι μεγάλοι παρουσιάζονται σαν τρομακτικές καρικατούρες, μακριά από τη ρεαλιστική ματιά ενός ενήλικα, μέσα όμως στην πραγματικότητα όπως την αντιλαμβάνεται ένας έφηβος. Ο Αντουάν κινείται συνεχώς, γιατί η κίνηση ισοδυναμεί με τη ζωή, μπορεί να κάνει «κύκλους» επιστρέφοντας ξανά και ξανά στο «ίδιο σημείο», όμως η κίνηση του προσφέρει τη χαρά και την ένταση που αναζητά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σε κάθε μείωση της κινητικότητας τα κωμικά στοιχεία υποχωρούν ενώ το τελευταίο παγωμένο πλάνο σχεδόν τρομάζει, αφήνοντας μας με τη μελαγχολική εικόνα μιας «παραστρατημένης» εφηβείας. Ο χαρακτήρας του Αντουάν μάλιστα θα παραμείνει αληθινός και ζωντανός, και ο Τρυφώ θα επανέρθει σε αυτόν σε άλλες τέσσερις ταινίες του, τα “L’ Amour A Vingt Ans”(1962), “Baisers Voles” (1968), «Domicile Conjugal” (1970)», «L’ Amour En Fuite”(1979).
Φοίβος Καλλίτσης


«Στον κινηματογράφο του Τρυφώ υπάρχει μια γεύση της ευτυχίας και της δυστυχίας την ίδια στιγμή. Η τέχνη του να γίνονται τα πρόσωπα συμπαθητικά… Ο Τρυφώ περιγράφει το πρόσκαιρο, το εύθραυστο, το τρυφερό και το αψηλάφητο των ανθρώπινων σχέσεων, κλείνοντας το μάτι στο θεατή μέσα από τις οικείες συγκινήσεις, τη φρεσκάδα, τη μελαγχολία, τις μικρές ομολογίες και τις ψιθυριστές περιπέτειες που φτιάχνουν απ’ τα μικρά τίποτα της ζωής μια υπέροχη μουσική…»
Ζιλ Ζακόμπ

«Ο Αντουάν είναι ένα παιδί που θα βρει το δρόμο του: ακόμα κι ανάμεσα στους τοίχους του αναμορφωτηρίου δε γίνεται ούτε μια στιγμή ο ηττημένος, ο ευνουχισμένος αντι-ήρωας του αγγλοσαξονικού κονφορμισμού –ο Αντουάν υπάρχει γιατί ονειρεύεται, αναρωτιέται, εξεγείρεται, παρατηρεί τον κόσμο. Ο Αντουάν ξύνει οδυνηρά το μικροαστισμό μας –κλέβει με αφέλεια ένα μπουκάλι γάλα και αντέχει το παρόν όπως θα αντέξει και το μέλλον. Ο Αντουάν είναι ο survivor, το πιο αυθόρμητο τρομερό παιδί από τα τρομερά παιδιά του γαλλικού σινεμά – ένας ταραχοποιός που ταράζει τα λιμνάζοντα νερά της νυσταλέας ηθικής μας.»
Σώτη Τριανταφύλλου

 

 

Φρανσουά Τρυφώ
(François Roland Truffaut, 6 Φεβρουαρίου 1932 – 21 Οκτωβρίου 1984) ήταν Γάλλος κριτικός και σκηνοθέτης του κινηματογράφου, από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του γαλλικού νέου κύματος.
Με τη βοήθεια του θεωρητικού του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν, άρχισε να γράφει κριτικές στο περιοδικό Cahiers du cinema, που μαζί άλλους συναδέλφους του άνοιξαν το δρόμο για το νέο κύμα και το μη εμπορικό κινηματογράφο. Με την μικρού μήκους ταινία του Les Mistons (1958), και θέμα την σεξουαλική αφύπνιση μιας ομάδας νεαρών, έθεσε στην πράξη τις θεωρίες του, τις οποίες συνέχισε στην ημιαυτοβιογραφική, μεγάλου μήκους ταινία του, Τα 400 χτυπήματα (Les Quatres Cents Coups, 1959), μία γεμάτη ειλικρίνεια αλλά και ποίηση ταινία, που κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών, κάτι που τον καθιέρωσε ως τον κατ’ εξοχήν ηγέτη του πρωτοεμφανιζόμενου νέου κύματος (nouvelle vague).
Ακολούθησαν οι ταινίες Πυροβολείτε τον Πιανίστα (Tirez sur le pianiste, 1960), αναφορά αλλά και ανατροπή των γκανγκστερικών ταινιών, Απολαύστε το κορμί μου (Jules et Jim, 1961) γύρω από τις ιδιόμορφες σχέσεις ενός ερωτικού τριγώνου, Φαρενάιτ 451 (Fahrenheit 451, 1966), εξαιρετική μεταφορά στην οθόνη του βιβλίου επιστημονικής φαντασίας του Ρέι Μπράντμπερι, που ο Τρυφώ γύρισε στην Αγγλία, Η νύφη φορούσε μαύρα (La mariée etait en noir, 1967), μία παραλλαγή του αμερικανικού φιλμ νουάρ, ταινίες που επέβαλαν τον Τρυφώ ως έναν ξεχωριστό και εντελώς πρωτότυπο δημιουργό.
Ένας από τους υπεύθυνους για τον τρόπο που βλέπουμε (αλλά κυρίως για τον τρόπο που γράφουμε για) το σινεμά, ο Francois Truffaut είναι ένας σκηνοθέτης που βιώνει διαρκώς και με έντονο τρόπο την κατάληξη της κινηματογραφικής πράξης, δηλαδή τις τελετουργίες της σκοτεινής αίθουσας. H θητεία του στο περιοδικό στο Cahiers Du Cinema, του προσέφερε το πιο σημαντικό στοιχείο: την κινηματογραφοφιλία -όχι ως ένας εκλεκτικός θεατής ή ένας ψυχρός κριτής, αλλά ως ένας εραστής ενός κινηματογράφου χωρίς όρια και σύνορα. Για τον Τρυφώ η κινηματογραφική αίθουσα είναι ο τόπος όπου τα προσωπικά φαντάσματα ενσαρκώνονται, όπου ασκείται μια παραμυθία για τις οδύνες και λύπες του βίου.
Σίγουρα ο λιγότερο διανοούμενος από την παρέα της Νουβέλ Βάγκ, ο Τρυφώ ως σκηνοθέτης επέλεξε ένα δρόμο που περισσότερο δοξάζει αυτές τις τελετουργίες της κινηματογραφικής αίθουσας και λιγότερο την στοχαστική φύση του κινηματογράφου (όπως π.χ. συμβαίνει με τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ). Το ιδιαίτερο ύφος του δεν δυναστεύει την αφήγηση, δεν της επιβάλλεται, αλλά αντίθετα αφήνει χώρο για να κινηθούν και να αναπνεύσουν τα φιλμικά πρόσωπα. Καθώς η αφήγηση παραμένει ένας ακρογωνιαίος λίθος της μυθοπλασίας, ο κινηματογραφικός φακός παρακολουθεί τα πρόσωπα με καθαρό βλέμμα, απαλλαγμένο από τις όποιες πολιτικές ή ψυχαναλυτικές παρεμβολές που ταλανίζουν το έργο άλλων σκηνοθετών της εποχής. Μαγεμένος από την τελετουργία της σκοτεινής αίθουσας ο Τρυφώ εμμένει πεισματικά προσκολλημένος, σ’ όλες τις ταινίες του, στην απόλαυση της αφήγησης -αναζητά την γοητεία των προσώπων (δηλαδή των ηθοποιών), επικεντρώνεται στις εντάσεις του διαλόγου, προσαρμόζει το κινηματογραφικό κάδρο στις διαστάσεις του ανθρώπινου προσώπου: Αυτά είναι και κάποια από τα στοιχεία που προσδιορίζουν την μαγεία των κινηματογραφικών του εικόνων.
Αν όμως τα προηγούμενα είναι κάποια στοιχεία που φέρνουν τον Τρυφώ κοντά σε μια Χολιγουντιανή εκδοχή του κινηματογράφου, είναι ο πυρήνας του έργου του που συγγενεύει με την ευρωπαϊκή αντίληψη για τον κινηματογράφο, δηλαδή τον κινηματογράφο ως έκθεση των έμμονων ιδεών, ως έκφραση ενός προσωπικού σύμπαντος. Σ’ αυτό το προσωπικό σύμπαν οι οδύνες και οι ηδονές, τα πάθη και τα τραύματα της ψυχής εκτίθενται σε δημόσια θέα: η τραυματική παιδική ηλικία (400 Χτυπήματα), η αδυναμία του Αρσενικού απέναντι στην δυναστική γυναικεία παρουσία (Ζυλ Και Ζιμ, Πυροβολείστε τον Πιανίστα), η φετιχιστική λατρεία του γυναικείου σώματος (Τρυφερό Δέρμα), η κινηματογραφοφιλία ως καταφύγιο παραμυθίας. Καθώς ήταν «ένας άνδρας που αγαπούσε τις γυναίκες» ο Τρυφώ τοποθετεί την γυναικεία παρουσία στο κέντρο του κινηματογραφικού του κόσμου: τα γυναικεία πρόσωπα συνήθως παρουσιάζονται συναισθηματικά αυτάρκη, δυνατά και ικανά να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες του βίου. Οι γυναίκες στις ταινίες του Τρυφώ καθορίζουν με την παρουσία τους την αφήγηση (Οπωσδήποτε την Κυριακή, Δυο Αγγλίδες στην Ευρώπη), προσδιορίζουν το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί, επιβάλλουν τους όρους του παιχνιδιού, προκαλούν την λύση της μυθοπλασίας.
Σε αντίθεση με αυτές τις γυναικείες παρουσίες οι άνδρες παρουσιάζονται ως συναισθηματικά ανώριμοι, αμφίθυμοι, αδύναμοι να σηκώσουν τα βάρη και τις ευθύνες μιας σχέσης (Παράνομο Κρεβάτι), πρόσωπα που αναζητούν απεγνωσμένα την αγάπη, την στοργή, την κατανόηση (Η Αγάπη το Βάζει στα Πόδια). Η ηθική υπεροχή των γυναικών απέναντι στα ανδρικά πρόσωπα των ταινιών προκαλεί τις συγκρούσεις στην δραματική πλοκή, οδηγεί σε κορύφωση την αφήγηση. Παραπαίοντας ανάμεσα σε δυνατές γυναικείες παρουσίες, διχασμένοι και μετέωροι, ένοχοι επειδή αδυνατούν να ελέγξουν το πόθο και το πάθος τους για την γυναίκα, οι άνδρες συνιστούν το ουσιαστικό πρόβλημα της αφήγησης (Η Γυναίκα της Διπλανής Πόρτας). Έτσι η δραματική πλοκή καλείται να επιλύσει το «ανδρικό πρόβλημα», δηλαδή να δώσει μια λύση και μια διέξοδο στον ανδρικό πόθο. Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που η παρουσία του Ζαν-Πιερ Λεώ (alter ego του σκηνοθέτη;) καθίσταται κεντρική στο έργο του: ενσαρκώνει και συμπυκνώνει το «ανδρικό πρόβλήμα» με τον πιο έντονο τρόπο. Όμως υπάρχουν κάποιοι άνδρες στις ταινίες που βρίσκονται μακριά από τα προηγούμενα. Οι ταινίες Αμερικάνική Νύχτα και Τελευταίο Μετρό – ταινίες σχόλια για το θέαμα (για τον κινηματογράφο και το θέατρο)- έχουν ως περιφερειακούς χαρακτήρες δύο ανδρικά πρόσωπα που παρακολουθούν τις συναισθηματικές περιπλοκές και τα τεκταινόμενα στην αφήγηση από μακριά: είναι οι σκηνοθέτες (στην πρώτη ταινία ο ίδιος ο Τρυφώ). Απορροφημένοι από το πάθος και την ένταση της δημιουργίας, αυτά τα δύο ανδρικά πρόσωπα αποτελούν εξαιρέσεις μέσα στην πινακοθήκη των ανδρικών χαρακτήρων του σκηνοθέτη. Μοιάζει σαν να δηλώνουν με την παρουσία τους αυτά τα πρόσωπα την λύση στο «ανδρικό πρόβλημα» : είναι η πράξη της δημιουργίας, η σκηνοθεσία της ζωής η μόνη λύση.

 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

1959 – ΤΑ 400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ (LES QUATRE CENTS COUPS)
1960 – ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΤΕ ΤΟΝ ΠΙΑΝΙΣΤΑ (TIREZ SUR LE PIANISTE)
1962 – ΑΝΤΟΥΑΝ ΚΑΙ ΚΟΛΕΤ (ANTOINE ET COLETTE)
1962 –ΖΙΛ ΚΑΙ ΖΙΜ ( JULES ET JIM)
1964 – ΤΟ ΜΑΛΑΚΟ ΔΕΡΜΑ (LA PEAU DOUCE)
1966 – ΦΑΡΕΝΑΪΤ 451 (FAHRENHEIT 451)
1967 – Η ΝΥΦΗ ΦΟΡΟΥΣΕ ΜΑΥΡΑ (LA MARIEE ETAIT EN NOIR)
1968 – ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΦΙΛΙΑ (BAISERS VOLES)
1968 – Η ΣΕΙΡΗΝΑ ΤΟΥ ΜΙΣΙΣΙΠΗ (LA SIRENE DU MISSISSIPI)
1969 – ΕΝΑ ΑΓΡΙΜΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ (L’ENFANT SAUVAGE)
1970 – ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΚΡΕΒΑΤΙ (DOMICILE CONJUGAL)
1971 – ΟΙ ΔΥΟ ΑΓΓΛΙΔΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ (LES DEUX ANGLAISES ET LE CONTINENT)
1973 – Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΝΥΧΤΑ (LA NUIT AMERICAINE)
1975 –Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΕΛ ΟΥΓΚΟ ( L’HISTOIRE D’ADELE H.)
1976 – ΤΟ ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ (L’ARGENT DE POCHE)
1977 – Ο ΑΝΔΡΑΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ (L’HOMME QUI AIMAIT LES FEMMES)
1978 – ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ (LA CHAMBRE VERTE)
1979 – Η ΑΓΑΠΗ ΤΟ ΒΑΖΕΙ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ (L’AMOUR EN FUITE)
1980 – ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΤΡΟ (LE DERNIER METRO)
1981 – Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ (LA FEMME D’Α-COTE)
1983 – ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ (VIVEMENT DIMANCHE!)

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *