Ο δαιμόνιος Ανδριώτης Αλέξανδρος Πανταζής (από την Καθημερινή)

 

Ο Αιμίλιος Χαρμπής έγραψε στη Καθημερινή της Κυριακής 7 Μαΐου 2017 για  την  ιστορία του παιδιού από την Ανδρο που πήγε στην Αμερική και έχτισε μια ολόκληρη αυτοκρατορία στον χώρο του θεάματος.

«Πήγε στην Αμερική σε ηλικία 13 ετών. Δούλεψε στη διάνοιξη της Διώρυγας του Παναμά. Εφτασε μέχρι την Αλάσκα για να γίνει χρυσοθήρας, αλλά εκεί τον κέρδισε η αγάπη. Δεν ήξερε να διαβάζει ούτε να γράφει αγγλικά και όμως διηύθυνε 72 θέατρα σε ολόκληρη την Αμερική, με μόνο εργαλείο το μυαλό του κι ένα μικρό σημειωματάριο. Συκοφαντήθηκε άγρια και η υπόληψή του σπιλώθηκε. Ο Αλέξανδρος Πανταζής είναι μια φιγούρα Ελληνα της διασποράς, μεγαλειώδης αλλά και λησμονημένη από την Ιστορία, που καθρεφτίζει σχεδόν ακέραιο τον θρύλο του πολυμήχανου Οδυσσέα…

«Μέσα σε 10 χρόνια έχτισε μια ολόκληρη αυτοκρατορία στον χώρο του θεάματος, με θέατρα-κινηματογράφους που ήταν από τα κορυφαία της εποχής –κάποια επιβιώνουν ακόμη και σήμερα– και περιουσία που με σημερινές τιμές θα έφτανε το μισό δισ. δολάρια. Ηταν πεισματάρης, δουλευταράς και αμείλικτος· ταυτόχρονα διέθετε απίθανο επιχειρηματικό δαιμόνιο και διαίσθηση. Ηταν σπουδαιότερος από τους περισσότερους (στον χώρο) της εποχής του και όμως οι ακαδημαϊκοί τον ξέχασαν», μας λέει ο κ. Τάσος Λαγός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, ο οποίος αφιέρωσε 12 ολόκληρα χρόνια έρευνας πάνω στον Πανταζή, όντας ο συγγραφέας της πρώτης βιογραφίας του που θα κυκλοφορήσει μέσα στο έτος από τον εκδοτικό οίκο ΜcFarland.

Να πάρουμε όμως την ιστορία από την αρχή. Ο Αλέξανδρος Πανταζής γεννήθηκε στην Ανδρο, πιθανότατα το 1867, και στα 9 ή 11 χρόνια του μπάρκαρε, μαζί με τον πατέρα του, για το Κάιρο, όπου δούλεψε για δύο χρόνια σε ένα καφέ. Η Αμερική ωστόσο τον καλούσε και ύστερα από άλλη μία διετία στα καράβια βρέθηκε στον Παναμά, με μια αξίνα στο χέρι, να συμμετέχει σε ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά έργα της Ιστορίας: τη διάνοιξη της διώρυγας. Από εκεί κατέληξε στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα στο Σαν Φρανσίσκο, όπου δούλεψε ως «πιατάς», σερβιτόρος εστιατορίου και διάφορα άλλα – ακόμη και τον μποξέρ έκανε για σύντομο διάστημα.

Και μετά ήρθε ο «πυρετός του χρυσού». Το 1897 ο Πανταζής φεύγει για το Κλοντάικ και στη συνέχεια για το Ντόσον του Καναδά. Η δουλειά του χρυσοθήρα, ωστόσο, δεν ήταν γι’ αυτόν κι έτσι προτίμησε να εργαστεί σε μπαρ, όπου και διδάχτηκε τα πρώτα μαθήματα σχετικά με τον χώρο του θεάματος. Τελικά έστησε εκεί το δικό του στέκι, όπου εμφανιζόταν και η διάσημη χορεύτρια Κέιτ Ρόκγουελ, γνωστή ως «Η ωραία του Γιούκον». Περιττό να πούμε πως έγινε ερωμένη του…

Η οικοδόμηση του ονείρου

Τέσσερα χρόνια μετά ο Πανταζής επιστρέφει στις ΗΠΑ και στο Σιάτλ· και αποφασίζει να ανοίξει σινεμά. «Εκείνη την εποχή ο κινηματογράφος στην Αμερική εκλαμβανόταν ως διασκέδαση τρίτης κατηγορίας. Ξεπήδησε μέσα από τη σκηνή του vaudeville (που θεωρούνταν σχεδόν πορνογραφική) και αρχικά ασχολήθηκαν με αυτόν μόνο οι μετανάστες – Ελληνες, Ιταλοί, Βούλγαροι, Πολωνοί και Εβραίοι έστησαν το σινεμά και το μετέτρεψαν στην πιο δημοφιλή μορφή τέχνης της χώρας. Ο Πανταζής είχε εξοικειωθεί ήδη με το vaudeville στο Ντόσον και ήταν αποφασισμένος να δημιουργήσει τον δικό του χώρο μόλις έφτασε στο Σιάτλ», αναφέρει σχετικά ο κ. Λαγός.

Το «Chrystal» ήταν το πρώτο, με πολλά ακόμη να ακολουθούν τόσο στις ΗΠΑ όσο και στον Καναδά μέσα στην επόμενη τριετία. Τα θέατρα με την επωνυμία «Pantages» εκτός από τα νούμερα του vaudeville, πρόβαλαν επίσης κινηματογραφικές ταινίες, τη νέα μόδα στη διασκέδαση, με την οποία όλο και περισσότερος κόσμος άρχιζε να «κολλάει». Νέοι ήρωες της σκηνής, όπως για παράδειγμα ο Τσάρλι Τσάπλιν, πέρασαν από τα θέατρα του Πανταζή, ενώ ο ίδιος ήταν ένας από τους λίγους που ενθάρρυναν τον νεαρό τότε Ουόλτ Ντίσνεϊ.

Ολα αυτά μέσα σε κτίρια όμοια με παλάτια, υπέροχα σχεδιασμένα από τον φίλο του Εβραιο-Σκωτσέζο αρχιτέκτονα Β. Marcus Priteca, τα οποία απέπνεαν την αίσθηση της πολυτέλειας και της ποιοτικής διασκέδασης σε λογική τιμή. Εδινε προσοχή μέχρι και στην παραμικρή λεπτομέρεια. Εκλεινε ένα νούμερο ή μια ταινία μόνο αν τα είχε δει προσωπικά μπροστά σε ζωντανό κοινό, δεν βασιζόταν ποτέ στον λόγο των άλλων. Το 1926, στο απόγειο της δύναμής του, ήταν ιδιοκτήτης 30 θεάτρων ενώ είχε τη διαχείριση ακόμα 42.

«Πολλές δεκαετίες πριν από τον Τζεφ Μπέζος και τον Στιβ Τζομπς, ήταν φοβερά διορατικός, δείχνοντας αληθινή προσήλωση στον πελάτη και στις ανάγκες του. Και γι’ αυτό θριάμβευσε μέσα σε ένα τόσο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Από την άλλη ήταν σκληρός και αδίστακτος εργοδότης. Υπέγραφε ένα συμβόλαιο, μετά έκοβε την αμοιβή κατά 25% και έλεγε στον καλλιτέχνη “μπορείς να μείνεις μαζί μας ή να φύγεις”. Αρκετοί τον πήγαν στα δικαστήρια», λέει ο Τάσος Λαγός, ο οποίος ανακάλυψε ένα ακόμη ενδιαφέρον ανέκδοτο: βασικός ανταγωνιστής του Πανταζή στη σκηνή του Σιάτλ ήταν ένας επιχειρηματίας ονόματι Considine. Οταν κάποτε ένας σπουδαίος βιολιστής ήρθε να παίξει στο θέατρο του τελευταίου, ο Ελληνας δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Εστειλε ένα φορτηγάκι στον σταθμό για να φορτώσει τη συλλογή από Stradivarius του βιολιστή με την υπόσχεση να του τα παραδώσουν στο ξενοδοχείο. Οπως καταλαβαίνει κανείς, τα Stradivarius κατέληξαν στα χέρια του Πανταζή, ο οποίος τηλεφώνησε στον καλλιτέχνη λέγοντάς του πως αν δεν εμφανιστεί στο δικό του θέατρο θα αρχίσει να κόβει χορδές! Μέχρι να φτάσει στην τρίτη, η συμφωνία είχε επιτευχθεί…

Δίκη και πτώση

Ακόμη και οι δυνατοί όμως πέφτουν, και συνήθως κάνοντας μεγαλύτερο θόρυβο. Το 1929 ο Τζόζεφ Κένεντι –επιχειρηματίας, επενδυτής και πολιτικός, πατέρας του μετέπειτα προέδρου– βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τον Πανταζή προκειμένου να αγοράσει κάποια από τα θέατρα και τα στούντιό του. Φαίνεται ωστόσο ότι ο Αμερικανός ίσως δεν «έπαιξε» και πολύ δίκαια απέναντι στον Ελληνα. Σύμφωνα με τον «μύθο» ο Κένεντι πλήρωσε 10.000 δολάρια στην Εunice Pringle, μια 17χρονη χορεύτρια, προκειμένου εκείνη να κατηγορήσει τον Πανταζή ότι τη βίασε. Τελικά ο τελευταίος δικάστηκε και κρίθηκε ένοχος (αρχικά) περνώντας επτά μήνες στη φυλακή.

Τα γεγονότα όμως, όπως αυτά διασταυρώνονται και προκύπτουν από το χρονικό και της δεύτερης δίκης, στην οποία ο Πανταζής αθωώθηκε, λένε μια διαφορετική ιστορία. Συγκεκριμένα, οι ισχυρισμοί της κοπέλας φάνηκε να έχουν αρκετά κενά, τα οποία οι δικηγόροι του Ελληνα επιχειρηματία ανέδειξαν, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του δικαστηρίου. Η ζημιά παρ’ όλα αυτά για τον Πανταζή είχε γίνει. Είτε ο Κένεντι ήταν αναμεμειγμένος στην υπόθεση είτε όχι, αυτό που ακολούθησε τις μέρες πριν και μετά την πρώτη δίκη ήταν ένας χείμαρρος αρνητικής δημοσιότητας. Αιχμή του δόρατος αποτέλεσαν τα δημοσιεύματα του Los Angeles Examiner, συμφερόντων του βαρώνου της «κίτρινης» ενημέρωσης Ουίλιαμ Ράντολφ Χερστ, ο οποίος αποτέλεσε βασική έμπνευση για τον κεντρικό χαρακτήρα του «Πολίτη Κέιν».

«Κανείς δεν μπορεί να ξέρει με απόλυτη σιγουριά τι έγινε. Προσωπικά, τα στοιχεία μου δείχνουν ότι η κατηγορία του βιασμού ήταν ψεύτικη. Οι δυο τους πιθανότατα συνευρέθηκαν, αυτό ωστόσο δεν σημαίνει πως έγινε χωρίς τη συγκατάθεση της κοπέλας. Το πρόβλημα είναι πως ο Πανταζής είχε ήδη τη φήμη του άνδρα που του αρέσουν οι “μικρούλες” και πάνω σε αυτό πάτησαν τα δημοσιεύματα. Από εκεί και πέρα η υπόληψή του καταστράφηκε. Ενώ πιο πριν οι αναφορές στον Τύπο της εποχής για τα επιτεύγματά του είναι εκατοντάδες, μετά υπάρχει σιωπή. Το στίγμα του βιαστή δεν έφυγε ποτέ από πάνω του, αν και ο ίδιος άλλαξε πολύ μετά τα γεγονότα, έγινε πιο πράος και προσηνής», καταλήγει ο κ. Λαγός. Τα περισσότερα από τα θέατρα του Αλέξανδρου Πανταζή πουλήθηκαν, ενώ κάποια τα διαχειρίστηκαν οι δύο γιοι του. Ο δαιμόνιος Ελληνας πέθανε στον ύπνο του το 1936.

​​Ο συγγραφέας και ερευνητής Νίκος Θεοδοσίου και η μη κερδοσκοπική εταιρεία «Μνήμες» –με τη συμμετοχή και του Φώντα Λάδη– βρίσκονται στο τελικό στάδιο επεξεργασίας ενός βιβλίου για τους Ελληνες πρωτοπόρους του σινεμά στην Αμερική. Εκεί θα συμπεριλαμβάνεται, φυσικά, και ένα κεφάλαιο για τον Αλέξανδρο Πανταζή.»

Από την Καθημερινή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *