Πέμπτη 27 Ιουλίου στη αυλή, άλλη μία ταινία του Μαξ Οφίλς, «Ο κύκλος του έρωτα»

ΑΝΔΡΙΑΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ:

Η ΑΝΔΡΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ

Μετά την «Άγνωστη Κυρία» άλλο ένα αριστούργημα του Max Ophüls,
στην αυλή της  Κινηματογραφικής Λέσχης

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
(La Ronde)

Βραβείο BAFTA καλύτερης ταινίας, 1952
Υποψήφιο για Όσκαρ σεναρίου και σκηνικών, 1952


La ronde / Ο κύκλος του έρωτα
Δράμα – Γαλλία – 1950 – 97΄ – ασπρόμαυρο – 35 χιλ.

Σκηνοθεσία: Max Ophüls
Σενάριο: Max Ophüls, Jacques Natanson
από το θεατρικό έργο του Arthur Schnitzler
Φωτογραφία: Christian Matras
Μουσική: Oscar Straus
Παραγωγή: Ralph Baum, Sacha Gordine
Μοντάζ: Léonide Azar
Σκηνικά: Henri Vergnes, Charles Merangel
Κοστούμια: Georges Annenkov
Παίζουν: Anton Walbrook (αφηγητής), Simone Signoret (Léocadie), Serge Reggiani (Franz), Simone Simon (Marie), Daniel Gélin (Alfred), Danielle Darrieux (Emma Breitkopf), Fernand Gravey (Charles Breitkopf), Odette Joyeux (Anna), Jean-Louis Barrault (Robert Kuhlenkampf),
Isa Miranda (Charlotte), Gérard Philipe (κόμης)


Η ιστορία διαδραματίζεται τη δεκαετία του 1890 στη Βιέννη. Η δομή είναι σπονδυλωτή και αποτελείται από δέκα σκηνές που αλληλοσυνδέονται και που στην κάθε μία πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι εραστών. Τα ζευγάρια είναι: Η πόρνη και ο στρατιώτης, ο στρατιώτης και η υπηρέτρια, η υπηρέτρια και ο νεαρός κύριός της, ο νεαρός κύριος και η παντρεμένη γυναίκα, η παντρεμένη γυναίκα και ο σύζυγός της, ο σύζυγος και η νεαρή κοπέλα, η νεαρή κοπέλα και ο ποιητής, ο ποιητής και η ηθοποιός, η ηθοποιός και ο κόμης, ο κόμης και η πόρνη. Το πρόσωπο που μας εισάγει στην ιστορία και εμφανίζεται συχνά μέσα στην ταινία επεξηγώντας μας καταστάσεις είναι ο αφηγητής, που θέτει σε κίνηση αυτή τη ρόδα του έρωτα. Υπάρχει ή δεν υπάρχει ο έρωτας; Είναι αληθινές ή όχι οι ανθρώπινες σχέσεις; Δέκα διαφορετικοί άνθρωποι, δέκα ερωτικές επαφές χωρίς συναίσθημα, δέκα πολυδιάστατες φιγούρες, χαρακτηριστικοί τύποι της βιενέζικης κοινωνίας του τέλους του δέκατου ενάτου αιώνα. Θα συναντηθούν, άλλοτε τυχαία, άλλοτε προγραμματισμένα, για να ανακαλύψουν τα κρυφά μυστικά του έρωτα, που αν και μοιάζει να είναι διαρκώς παρών, τελικά είναι ο μεγαλύτερος απών…

 

Ο συγγραφέας Arthur Schnitzler και το Reiden
Ο Άρτουρ Σνίτσλερ (1862-1931), γεννήθηκε και πέθανε στη Βιέννη. Γιος διάσημου Εβραίου γιατρού, σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο της Βιέννης, και άσκησε το λειτούργημά του με μισή καρδιά ως το 1893, έτος θανάτου του πατέρα του, οπότε αισθάνθηκε ελεύθερος να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Είχε αρχίσει να γράφει από αρκετά νωρίς και στα εικοσιπέντε του δημοσίευσε για πρώτη φορά ποιήματα στο An der schonen blauen Donau, το λογοτεχνικό ένθετο του περιοδικού Neue Freie Presse. Έγινε γνωστός με τον Ανατόλ (1893), μια σειρά από επτά μονόπρακτα. Ακολούθησαν οι Έρωτες (1895) καθώς και το περίφημο Reiden (1900). Το 1901 τον διέγραψαν από τον κατάλογο των εφέδρων αξιωματικών εξαιτίας της νουβέλας του Leutnant Gustl (Ο ανθυπολοχαγός Γκουστλ) που θεωρήθηκε ότι έθιγε την τιμή του στρατού. O Σνίτσλερ έγραψε πολλά θεατρικά έργα, που παίζονταν συνήθως με επιτυχία στις σκηνές της Βιέννης και του Βερολίνου. Ασχολήθηκε όμως και με την πεζογραφία, γράφοντας διηγήματα και νουβέλες, που θεωρούνται ακόμα καλύτερες από το δραματικό του έργο: Ο ανθυπολοχαγός Γκουστλ (1900), Ο νόστος του Καζανόβα (1918), Η δεσποινίς Έλζε (1924), Ονειρεμένη ιστορία (1926, πάνω στη συγκεκριμένη νουβέλα βασίστηκε το σενάριο της τελευταίας ταινίας του Κιούμπρικ Μάτια ερμητικά κλειστά του 1999), καθώς και δύο μυθιστορήματα, Ο δρόμος προς την ελευθερία (1908) και Τερέζα (1928). Πραγματευόμενος τις θεμελιώδεις αλήθειες της ζωής, ο Σνίτσλερ εξέφρασε με χαρακτηριστικό τρόπο το πνεύμα της εποχής του, της Βιέννης του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Κατέκτησε μεγάλη αναγνώριση, και μεταξύ των θαυμαστών του συγκαταλεγόταν ο Σίγκμουντ Φρόιντ, ο οποίος, αναφερόμενος στην ιδιαίτερη σημασία του υποσυνείδητου στον Σνίτσλερ, αναγνώρισε ότι τα όσα είχε φέρει ο ίδιος στο φως με κοπιώδη αναλυτική εργασία, ο συγγραφέας τα είχε ανακαλύψει αυτοενδοσκοπούμενος. Οι αντίπαλοί του ωστόσο κατέκριναν τον Σνίτσλερ με δριμύτητα, ακόμη και ως πορνογράφο. Όταν κάποτε του παρατήρησαν ότι ασχολείται διαρκώς με τα ίδια θέματα, ο Σνίτσλερ απάντησε: «Γράφω για τον έρωτα και τον θάνατο. Υπάρχουν μήπως άλλα θέματα;»
Το Reigen (που σημαίνει ένα είδος κυκλικού χορού, κάτι σαν «γύρω-γύρω όλοι») γράφτηκε το 1900 στη Βιέννη, αλλά δεν ανέβηκε στο θέατρο παρά 20 χρόνια αργότερα, το 1920. Το έργο στην εποχή του γνώρισε την λογοκρισία και την σκληρή κριτική και ο συγγραφέας του αντιμετώπισε κατηγορίες για ανηθικότητα, ενώ έγινε και αφορμή για να δεχτεί αντισιμιτικές επιθέσεις (Ο Χίτλερ χαρακτήρισε το έργο σαν «εβραϊκό σκουπίδι»), με αποτέλεσμα με απόφαση του συγγραφέα να αποσυρθεί η κυκλοφορία του από τις γερμανόφωνες χώρες. Στο εξωτερικό, το έργο μεταφράστηκε, παραστάθηκε και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, σε χώρες όπως η Ρωσία, η Τσεχοσλοβακία, η Αγγλία (με τον τίτλο Hands Around) και, κυρίως, η Γαλλία (με τον τίτλο La Ronde). Μόλις το 1982, 40 χρόνια μετά τον θάνατο του Σνίτσλερ, ο γιος του κυκλοφόρησε το έργο του πατέρα του στη Γερμανία. Το έργο είναι από τα πλέον πολυπαιγμένα, σε θεατρικές σκηνές σε πολλές χώρες του κόσμου, ενώ έχει διασκευαστεί και συχνά (π.χ. μια διασκευή του στη σύγχρονη εποχή από τον Steven Dietz παιζόταν στις Η.Π.Α το Νοέμβριο του 2011). Και στη χώρα μας έχει πρασταθεί αρκετές φορές, με τον τίτλο Το γαϊτανάκι το έρωτα, π.χ. το 2004 στο θέατρο Ροές με τη Λυδία Φωτοπούλου και τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο ή το 2006 από το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, ενώ παρουσιάστηκε η βιντεοεκοπημένη εκδοχή και στο «θέατρο της Δευτέρας» το 1989 με τους Γρηγόρη Βαλτινό, Νικήτα Τσακίρογλου, Γιώργο Κιμούλη, Πέμυ Ζούνη κ.α.
Πολλές είναι και οι κινηματογραφικές ταινίες που είτε έχουν βασιστεί είτε έχουν εμπνευστεί σε πολύ μεγάλο μέρος από το παρόν έργο: La Ronde (Max Ophüls, 1950), La Ronde (Roger Vadim, 1964), Hot Circuit (Richard Lerner, 1971), Reigen (Otto Schenk, 1973), La Ronde (Kenneth Ives, 1982), New York Nights (Simon Nuchtern, 1983), Choose Me (Alan Rudolph, 1984), La ronde de l’amour (Gérard Kikoïne, 1985), Karrusel (Claus Bjerre, 1998), Love in the Time of Money (Peter Mattei, 2002), Nine Lives (Dean Howell, 2004), Sexual Life (Ken Kwapis, 2005), Three Sixty (Peter Morgan, σε εξέλιξη). Επίσης, ο συγγραφέας του τηλεοπτικού M*A*S*H* (1972-1983), Alan Alda, έγραψε πως άντλησε έμπνευση από τη δομή του La Ronde.

Max Ophüls
Ο Μαξ Οφίλς γεννήθηκε ως Μαξιμίλιαν Οπενχάιμερ στη Γερμανία, αλλά από την αρχή της καριέρας του στο θέατρο και τον κινηματογράφο χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Οφίλς, θέλοντας να προστατεύσει τον πατέρα του από την ντροπή που θα συνδεόταν με το επίθετό του, εάν τυχόν αποτύγχανε στη ζωή! Το πρώτο του βήμα στον κόσμο του θεάματος έγινε με ρόλο θεατρικού ηθοποιού, το 1919 – πέντε χρόνια αργότερα αναλάμβανε θεατρικές παραγωγές και σύντομα πήρε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στο Burgtheater της Βιέννης, υπογράφοντας το ανέβασμα τουλάχιστον 200 έργων. Στον κινηματογράφο τον προσκάλεσε ο Ανατόλ Λίτβακ, καθιστώντας τον σκηνοθέτη των σκηνών διαλόγου στις ταινίες που γύρισε για την UFA στο Βερολίνο. Σκηνοθέτησε την πρώτη μικρού μήκους ταινία του, με τον ευφάνταστο τίτλο Θα Προτιμούσα Λάδι από Συκώτι Μπακαλιάρου, το 1931. Προβλέποντας την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, ο Εβραίος Οφίλς μετοίκισε το 1933 στη Γαλλία και το 1938 πήρε τη γαλλική υπηκοότητα. Μετά την υποταγή και της Γαλλίας στη Γερμανία, ο σκηνοθέτης διέσχισε την Ελβετία και την Ιταλία για να καταλήξει, το 1941, στην Αμερική, μετανάστης, ασφαλής, αλλά σε απόλυτη δημιουργική αδράνεια. Ο άνθρωπος που τον στήριξε και τον εισήγαγε στις ταινίες του Χόλυγουντ, δεν ήταν άλλος από τον μεγάλο του θαυμαστή, τον σκηνοθέτη Πρέστον Στάρτζες. Για μια δεκαετία, περίπου, ο Μαξ Οφίλς δούλεψε στην Αμερική, κέρδισε την εκτίμηση της κριτικής, το σεβασμό των συνεργατών του και τη λατρεία του κοινού. Επέστρεψε στην Ευρώπη το 1950. Πέθανε στο Αμβούργο, αλλά ο τάφος του βρίσκεται στο Νεκροταφείο Père Lachaise στο Παρίσι. Είχε σκηνοθετήσει είκοσι πέντε ταινίες και είχε κατακτήσει μια θέση στον κύκλο των ανθρώπων που οδήγησαν την τέχνη τους σε νέους δρόμους. Ως μεγάλος σκηνοθέτης, ο δημιουργός Μαξ Οφίλς είχε σταθερές εμμονές, και στο περιεχόμενο και στη φόρμα των ταινιών του. Ένας από τους ελάχιστους άνδρες φεμινιστές της δεκαετίας του ’40, υπερτόνιζε τη γυναικεία χειραφέτηση, την ομορφιά, δύναμη και ικανότητα του ασθενούς φύλου. Με την ίδια λογική, στις ταινίες του που πραγματεύονται τη διαμάχη δύο αντρών, το σίγουρο είναι ότι θα κερδίσει ο πιο αδύναμος. Από την άλλη πλευρά, η απόλαυση του Οφίλς στο γύρισμα ήταν η όσο πιο απαιτητική, τεχνικά, σκηνοθεσία: η βελούδινή κίνηση της κάμεράς του είναι, πάντα, αποτέλεσμα σύνθετων γυρισμάτων με γερανό ή εκτεταμένων τράβελινγκ, το σήμα κατατεθέν του Οφίλς, από το οποίο εμπνεύστηκε το ύφος του ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ στις αρχές της καριέρας του. Μεταξύ των θαυμαστών του συγκαταλέγονται ο Μάρτιν Σκορσέζε, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο Τοντ Χέινς, αλλά και ο Πέδρο Αλμοδόβαρ, ο οποίος, μάλιστα, αποτίει έκδηλο φόρο τιμής στο Μια Λάθος Στιγμή, με τη σκηνή της μυστικής ταφής στο Volver.

Επιλεγμένη φιλμογραφία: Λιμπελάι (1933), Το Γράμμα μιας άγνωστης (1948), Παγιδευμένη (1949), Μια λάθος στιγμή (1949), Ο κύκλος του έρωτα (1950), Ηδονή (1952), Η άγνωστη κυρία (1953), Λόλα Μοντέζ (1955).

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *