Τρίτη 26/7 στην αυλή, ο Ηλίας Γιαννακάκης παρουσιάζει τις ταινίες του για τον Άρη Κωνσταντινίδη και τη Χριστίνα Τσίγκου

4 ντοκιμαντερ του Ηλία Γιαννακάκη στην Άνδρο vanglouk androsfilm (α) (2)

Οι ταινίες σχετίζονται  με την Άνδρο, είτε μέσα από τα γυρίσματα και το σπάνιο αρχειακό υλικό, είτε μέσα από τους ομιλητές που αποτελούν σάρκα από τη σάρκα της, είτε μέσα από το πνεύμα μιας Αστικής Ελλάδας που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε και το αποτύπωμά της παραμένει ζωντανό σε κάθε γωνιά του νησιού.
Υπόγεια νήματα ενώνουν τα πρόσωπα πίσω από τις ταινίες και τα συνδέουν με το νησί.  Ο Ανδρέας Εμπειρίκος κατέγραψε στις περίφημες ηχογραφήσεις του τόσο την Χριστίνα Τσίγκου όσο και τον Άρη Κωνσταντινίδη. Η Μαρίνα Καραγάτση και η μητέρα της, η σπουδαία ζωγράφος Νίκη Καραγάτση, στάθηκαν μέχρι τέλους δίπλα στη Χριστίνα Τσίγκου. Ο Παντελής Βούλγαρης, που συνδέθηκε με ισχυρό δεσμό φιλίας με την Χριστίνα Τσίγκου, έχει γίνει μόνιμος κάτοικος του νησιού εδώ και πολλά χρόνια τώρα. Η Ναταλία Μελά, η σπουδαία γλύπτρια και σύζυγος του Άρη Κωνσταντινίδη, συνδέθηκε επίσης με την Χριστίνα Τσίγκου και μιλά γι αυτήν στο ντοκιμαντέρ. Ενώ ο Άρης Κωνσταντινίδης έχτισε το περίφημο Ξενία της Άνδρου και την κατέγραψε, όπως και ο Εμπειρίκος, στον φωτογραφικό του φακό με ανεπανάληπτο τρόπο.

 4 ντοκιμαντερ του Ηλία Γιαννακάκη στην Άνδρο vanglouk androsfilm (4)

« Άρης Κωνσταντινίδης – Δοχεία ζωής»

Η ταινία αποτελεί μέρος της σειράς τηλεοπτικών ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ με γενικό τίτλο «Πορτραίτα και διαδρομές Ελλήνων Αρχιτεκτόνων».
Δεν πρόκειται για τυπικό βιογραφικό πορτραίτο αλλά για μια απόπειρα να εμβαθύνουμε στον πυρήνα της σκέψης και του πνεύματος του σπουδαίου αρχιτέκτονα. Ο Κωνσταντινίδης θεωρούσε ότι η δυτική σκέψη, όπως αυτή εκφράστηκε στην Ελληνική Αρχιτεκτονική από το 1840 και μετά, μας οδήγσε σε λάθος δρόμο. Ήταν κάθετα εναντίον της Νεοκλασσικής Αρχιτεκτονικής και θεωρούσε ότι από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα υπάρχει ένα μοντέλο, το λεγόμενο Δοχείο ζωής, που είναι εναρμονισμένο με τις εγχώριες κλιματολογικές συνθήκες και αποτελείται από ένα τρίπτυχο. Δωμάτιο, υπόστεγο, αυλή. Αυτό το μοντέλο ο Κωνσταντινίδης το εντόπισε και το φωτογράφισε παντού ανά την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, στα οδοιπορικά του, και το ανέδειξε μέσα και από τα πλέον ταπεινά αρχιτεκτονήματα. Ψαροταβέρνες, μάντρες, αγορές, εξοχικές κατοικίες, προσφυγικές παράγκες κ.λ.π. Μέσα εκεί έβλεπε το «Κελλί του Μοναχού» και το «Ησυχαστήριο του Φιλοσόφου». Αυτό ήταν ήταν και το μοντέλο πίσω από τα περίφημα Ξενία που έχτισε σε πολλά μέρη της Ελλάδας όπου κατάφερε να ενώσει συναρπαστικά το Δοχείο ζωής με τις πιο σύγχρονες τάσεις της Διεθνούς Αρχιτεκτονικής του καιρού του. Άλλωστε ο Κωνσταντινίδης αυτό ήταν ουσιαστικά. Ένας αστός, με βαθιά ευρωπαϊκή κουλτούρα, ο οποίος όμως κρατούσε ζωντανό μέσα του το νήμα που τον συνέδεε με την ουσία αυτού που αποκαλείται «Αδιάπτωτη συνέχεια του Ελληνισμού από την Αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας».

 

4 ντοκιμαντερ του Ηλία Γιαννακάκη στην Άνδρο vanglouk androsfilm (2)

«Χριστίνα Τσίγκου»
Η Χριστίνα Τσίγκου ήταν ελληνίδα απο την παροικία της Αιγύπτου. Με τα απομεινάρια της τεράστιας πατρικής της περιουσίας αγόρασε ένα κεντρικό θέατρο στο Παρίσι, όπου την δεκαετία του πενήντα διέπρεψε ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, έχοντας στο ενεργητικό της σειρά απο σπουδαίες παραστάσεις. Η αδυναμία της να διαχειρισθεί τις οικονομικές της υποχρεώσεις, ως αποτέλεσμα της ιδιαίτερης ψυχοσύνθεσής της, οδήγησε στην απώλεια του θεάτρου της. Στη συνέχεια ανέπτυξε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση με τον Σάμιουελ Μπέκετ και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά ως ηθοποιός και σκηνοθέτης στο ανέβασμα του αριστουργήματός του, «Ω Ευτυχισμένες Μέρες». Το ανέβασμα της παράστασης αυτής στην Ελλάδα πλέον, υπήρξε μια αποκαλυπτική εμπειρία για όσους την είδαν. Ο ίδιος ο Μπέκετ την χαρακτήρισε ως ιδανική ερμηνεύτριά του.
Υποφέροντας απο άσθμα και ευρισκόμενη σε άθλια οικονομική κατάσταση, βρέθηκε να είναι άστεγη και περιθωριοποιημένη. Μέχρι τον ξαφνικό της θάνατο το 1973, σε ηλικία μόλις 53 ετών, εξακολουθούσε με όσα πενιχρά μέσα διέθετε, να ανεβάζει την παράσταση του Μπέκετ, ενώ σχεδίαζε να υποδυθεί την «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη στον κινηματογράφο. Απο την ελληνική θεατρική σκηνή πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, όμως όσοι την είδαν να παίζει ή έστω την συνάντησαν για μια στιγμή, ποτέ δεν την ξέχασαν.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *