Νέα

“Κουβέντες γύρω απ’ το μαγκάλι” του Σπύρου Τσαούση

 

Κοιτούσα τη φωτιά στο τζάκι που είχε δυναμώσει για τα καλά. H ζεστή ατμόσφαιρα στο χώρο με πήγαινε νωχελικά στη ζεστασιά της παρέας.

Μια παλιά βεγγέρα* άρχισε να ξεπηδάει απ’ τις φλόγες, γεμάτη φως και ήχους, όπως τα ξύλα που καίγονταν…

 

«Βρε καλώς τους! Περάστε!»

 

Το σπίτι γέμισε με κόσμο. Τους φανταζόμουν κουκουλωμένους να περπατάνε μες τη σκοτεινιά, με τα λαδοφάναρα στο χέρι. Να συναντιούνται στην πλατεία και μετά να παίρνουν τον κατήφορο, λέγοντας καλαμπούρια στη διαδρομή. Οι νυχτερινές αυτές πομπές στα σοκάκια του χωριού, ήταν πολύ εντυπωσιακές. Έμοιαζαν με αληθινές λαμπαδηφορίες.

Έτσι ξεκινούσε η βεγγέρα. Φίλοι, συγγενείς και γείτονες ανταμώνανε κάπου στο χωριό και κανόνιζαν το βράδυ που θα πήγαιναν σε κάποιο σπίτι. Με το άνοιγμα της πόρτας, άρχιζαν και οι ετοιμασίες της υποδοχής. Και εξελισσόταν σταδιακά μια τελετουργία εκτόνωσης και ελευθερίας, λυτρωτική για την υπέρβαση της καθημερινότητας μιας κλειστής κοινωνίας.

Αφού έβγαλαν τα πανωφόρια, οι μεγάλοι κάθισαν στο τραπέζι της σάλας και οι μικροί ξεχύθηκαν στην κάμαρα να παίξουν. Το τρεμάμενο φως των λύχνων έκανε το σκηνικό, σχεδόν κατανυκτικό.

Στη μια πλευρά ο ξύλινος μπουφές γεμάτος αντικείμενα και απ’ τα τζαμάκια των ντουλαπιών διέκρινες φυλαγμένα, τα πορσελάνινα σερβίτσια. Δίπλα στον τοίχο μια μεγάλη θυρίδα με μπιμπελό στα πέτρινα ράφια της, που μαρτυρούσαν τα μακρινά ταξίδια του άντρα ναυτικού. Απέναντι ο καναπές με τα ριχτάρια, το σκαλιστό ρολόι με τα αντίβαρα και στο πάτωμα στρωμένες οι φλοκάτες.

Γρήγορα έφτασε ο πρώτος δίσκος με ρακί και φουρνισμένα σύκα. Ήπιαν δυο τρία για το δρόμο. Όσο δυνάμωνε όμως η συζήτηση, το αρχικό κέρασμα έδινε τη θέση του στο κρασί και τους μεζέδες. Η νοικοκυρά να πηγαινοέρχεται με ομελέτες, ελιές, τυρί, λουκάνικα και ο σύζυγος κάθε τρεις και λίγο στο βαρέλι, να γεμίζει την καράφα.

Μιλούσαν για διάφορα θέματα. Για τις δουλειές στα χωράφια, τα ζώα, για το αν θα κάνει βροχές να τρέξουν οι πηγές και τα ρέματα. Έπειτα έπιαναν τα νέα του χωριού, ιστορίες από το παρελθόν,  μέχρι και σχέδια για τις Αποκριές έκαναν.

Τζάκι στο σπίτι δεν υπήρχε, μονάχα μια υπερυψωμένη εστία με καμινάδα στο μέρος που μαγείρευαν. Το μαγκάλι αποκτούσε λοιπόν βασικό ρόλο. Τοποθετούνταν στο κέντρο για θέρμανση και συνήθως πήγαιναν οι γυναίκες κοντά, να ζεστάνουν τα πόδια τους. Εκεί έπλεκαν, έγνεθαν το μαλλί, έτριβαν με τους χειρόμυλους και κουβεντιάζαν τα δικά τους. Έχωναν τις πατάτες στη χόβολη για να ψηθούν και μπακιρένια μπρίκια για τον καφέ τους. Ακουμπούσαν και σχάρες με φρυγανιές και κάστανα για τα παιδιά.

Σε μια στιγμή, κουρασμένα απ’ το παιχνίδι αγόρια και κορίτσια, φώναξαν τη γιαγιά στο δωμάτιο να τους διηγηθεί ένα παραμύθι. Τότε ήταν που ο παππούς, κρατώντας την κούπα του σφιχτά, έπιασε έναν αμανέ. Τραγούδησε βουρκωμένος την ξενιτιά και το νόστο. Συγκινημένοι όλοι τον χειροκρότησαν και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους για όσους ταξίδευαν στη θάλασσα και αυτούς που λείπαν μετανάστες.

Αυτό συνέβαινε στα χωριά του νησιού, όταν έπεφτε το σούρουπο. Μαζεύονταν στα σπίτια και έκαναν καθημερινά βεγγέρες, την εποχή που δεν είχε ηλεκτρικό, τηλεόραση και τηλέφωνο.

 

«Ωραία τα ’παμε και απόψε! Άντε να πηγαίνουμε σιγά σιγά γιατί έχει ξύπνημα νωρίς αύριο. Καλό σας βράδυ.»

 

Περασμένα μεσάνυχτα και η βεγγέρα έκανε φινάλε. Έκρυψε στο φουστάνι της κάθε έγνοια και στροβιλίστηκε αργά μέσα απ’ τον καπνοδόχο της κουζίνας. Ντύθηκαν οι μουσαφίρηδες, άναψαν τα φανάρια τους και πήρανε το δρόμο της επιστροφής.

Κοιτούσα τα ξύλα στο τζάκι που είχαν γίνει πια κάρβουνα αναμμένα. Έφερα το μαγκάλι απ’ το κατώι και με το φτυάρι τα ακούμπησα πάνω απ’ τις στάχτες του, να λαμπυρίζουν μέχρι το πρωί…

 

 

* βεγγέρα: βραδινή συγκέντρωση σε σπίτι, η οποία συνήθως κρατάει ως αργά

< ιταλική (ιδιωματικό) vegghera < veggiare < vegliare < παλαιά προβηγκιανή γλώσσα velhar < λατινική vigilare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος vigilo < vigil < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *weǵ- (αγρυπνώ)

Ο Σπύρος Τσαούσης εργάζεται ως Finance Project Manager, είναι Μεταπτυχιακός φοιτητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατάγεται από το Συνετί.

Αφήστε ένα σχόλιο