Νέα

“Το πέταγμα”, διήγημα της Αμαλίας Τηνιακού

Ξημέρωνε Καθαρά Δευτέρα κι ο μικρός Στρατής φόρεσε τα καλά του. Όλη νύχτα στριφογύριζε στο νου του η συνοικία της Σμύρνης με τα τσερκένια που ανυψώνονταν απ’τα δώματα σαν εξωτικά πουλιά.
-Φέρ’ το πίσω παππού μην τ’αφήνεις!
-Όχι Στρατή. Καθένας έχει το μερτικό του στο πέταγμα.
Τους έβγαζαν κι ονόματα. Ο Έλληνας κι ο Τούρκος. Παλεύανε μονάχοι τους στον αιθέρα κι όλοι κινδύνευαν το ίδιο στο ψηλό τους μετεώρισμα.
Ξεκίνησε κι ο Στρατής για το τσαγκαραδικο. Από βραδίς είχε σφυχτοδέσει τον ξύλινο σκελετό και τώρα έδενε τους βοηθητικούς άξονες σταυρωτά με μεγάλη ακρίβεια. Ανακάτεψε την αλευρόκολλα και τον έντυσε με χαρτί. Τον έδεσε με δυνατό σπαγγο τσαγκαράδικο και του φόρεσε τα σκουλαρίκια. Έλεγξε με προσοχή. Σωστά δεμένα τα ζύγια, σωστό μήκος κι η οριά. Τον σήκωσε ολόρθο και θαύμασε.
-Στην Αθήνα παππού δεν έχουνε τσερκένια… Αλλά εγώ θυμάμαι…
Έβαλε στην τσέπη τα γράμματα του παππού, στο ‘να χέρι την καλούμπα, στ’ άλλο τη μεγάλη ασπίδα και πήρε ν’ανεβαινει το λόφο. Το βήμα του έγινε γοργο. Άρχισε να τρέχει αποφασισμένος για τη μεγάλη πτήση καθώς τσαλαπατούσε τις δειλές πόες που ξεμύτιζαν στον πρώτο ήλιο. Με τον αέρα σύμμαχο, ανέβασε ψηλά τον αετο και τον πέταξε με όλη του τη δύναμη. Μόλις άρχισε να υψώνεται αγέρωχος, αμόλησε την καλούμπα που κρατούσε άνετα στα χέρια.
-Αν αγαπάς κάτι, άφησέ το ελεύθερο Στρατή.
Πετούσε το τσερκένι σκορπίζοντας τα λόγια του παππού κι εκείνος ακολουθούσε το ταξίδι. Περνούσε σα σίφουνας ανάμεσα στις αρχαίες κολώνες, σκαρφάλωνε στις πέτρες, γλιστρούσε στα ρυάκια πασχίζοντας να μην το αποχωριστεί. Γρήγορα συνήθισε στην ιδέα του πετάγματος κι έτρεχε πάνω στους βράχους με το βλέμμα στραμμένο ψηλά. Μόνο εκεί πάνω ήταν ο δρόμος για το πέταγμα. Ένιωθε το σώμα του ανάλαφρο κι όλο ελάφραινε σαν να ταν από παχνη, σαν αερικό. Οι πέτρες σκόνταφταν πάνω στα δουλεμένα του λουστρίνια αφήνοντας βαθιά σημάδια που αψηφούσε. Οι ασπάλαθοι έσκιζαν το παντελόνι του φτάνοντας ως τους αστραγάλους. Κι όλο έτρεχε κι όλο πετούσε κοιτώντας μόνο ψηλά. Ο αετός του χόρευε άτσαλα περιπαίζοντάς τον ακανόνιστα στις τάσεις του αέρα κι όλο ελάφραινε. Έφτανε στ’αυτιά του ο ήχος του χαρτιού κι ήταν σαν να πάλλονταν τα δικά του φτερά στη μικρή του πλάτη. Απέναντι, η Ακρόπολη έλαμπε ριζωμένη στον αιώνιο βράχο της σα μικρό πιόνι. Ξάφνου ήρθε στο νου του η φλογισμένη εκείνη νύχτα.
-Μπες στη βάρκα Στρατή και θα’ ρθω να σε βρω. Όπου κι αν πας, να μην ξεχάσεις το τσερκένι. Ανέβαινε αψηλά και πέτα το μωρέ! Κι εγώ από δω θα τ’ αντικρίζω. Σύρε στο σπάγγο γράμματα Στρατή κι αυτό θα μου τα φέρει.
Ο σπάγγος μεγάλωνε τη δύναμη και πλήγωνε τα μικρά του χέρια που τον κρατούσαν πεισματάρικα. Η καλούμπα άρχισε να τρεμοπαίζει. Λίγο λίγο άφηνε το τσερκένι στη θέληση του ανέμου παρασύροντας τα γράμματα στη μακριά οριά. Αποκαμωμένος κοντοκάθισε στους θάμνους κοιτάζοντας την πολύχρωμη κουκίδα που ξεμάκραινε αδέσποτη πια.
-Δεν το ξέχασα το τσερκένι μας παππού…
Ούτε κι εσένα…

Αμαλία Τηνιακού

1 Comment

Αφήστε ένα σχόλιο