Νέα

Μια εκκλησία των Λατίνων στο Πισκοπειό και μερικές σκέψεις, του Γιώργου Αρ. Γλυνού

Ήταν καλοκαίρι του 2016 θυμάμαι, που είχα αγοράσει το βιβλίο του Ανδριώτη ερευνητή και αρχιτέκτονα Νίκου Βασιλόπουλου για τη Λατινοκρατία στην Άνδρο1. Μία συγκλονιστική καταγραφή των μνημείων της Λατινοκρατίας σε όλη την επικράτεια της Άνδρου από άκρη σε άκρη και από χωριό σε χωριό. Ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβαζα που έκανε αναφορά σε ένα κομμάτι ιστορίας του νησιού σε κάθε περιοχή του. Ο ερευνητής στη μελέτη του, αναδεικνύει ιδίως τις εκκλησίες που είχαν χτιστεί στα χρόνια της Λατινοκρατίας όπου τελούνταν ορθόδοξες και καθολικές λειτουργίες σε ξεχωριστές κόγχες ή σε δίκλιτους ναούς. Παράλληλα, επισημαίνει τις πιθανές θέσεις πύργων από την εποχή εκείνη και, φυσικά, τα Κάστρα που έχτισαν οι Λατίνοι.

Το Επάνω Κάστρο στου Κοχύλου

Ωστόσο, μια δυσάρεστη έκπληξη με περίμενε όταν έφτασα στο κεφάλαιο για την περιοχή των προγόνων μου, το «Φέουδο των Αγριδίων και του Απάνω Κάστρου», το οποίο εκτεινόταν από τη Λαβαντάρα και το Επάνω Κάστρο, μέχρι την Καππαριά και την Πλάκα. Ο ερευνητής, δεν εντόπισε στην περιοχή κάποια δίκλιτη εκκλησία ή κάποια θέση πύργου. Παράλληλα, από τα διαθέσιμα έγγραφα φαινόταν να λείπει η παρουσία κάποιου ισχυρού φεουδάρχη. Αυτά τα στοιχεία οδήγησαν τον ερευνητή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η περιοχή τελούσε υπό παρακμή στη διάρκεια της Λατινοκρατίας. Παράλληλα, το Επάνω Κάστρο παρουσίαζε μία ιστορία σταδιακής παρακμής στη διάρκεια της Λατινοκρατίας. Ένα έγγραφο του 1421 όπου ο Ηγεμόνας της Άνδρου παρέδιδε το «Φέουδο των Αγριδίων και το Επάνω Κάστρο» στο δευτερότοκο γιο του2, φαινόταν να δικαιολογεί την έλλειψη παρουσίας ισχυρού φεουδάρχη και την παραμέληση της περιοχής στα χρόνια της Λατινοκρατίας.

Πεταλοειδής πύργος στο Επάνω Κάστρο

Προβληματίστηκα ιδιαίτερα διαβάζοντας όλα αυτά, καθώς η εικόνα που είχα για την περιοχή ήταν αρκετά διαφορετική. Τα μεσαιωνικά χωριά με την πυκνή δόμηση, για το φόβο των πειρατών, που διέφεραν από τους περισσότερους αραιοκατοικημένους οικισμούς της Άνδρου, τα ίχνη οχυρώσεων στις κορυφές των Γερακώνων: το Απάνω Κάστρο, τα Παλιόκαστρα, οι ιστορίες για τα χαμένα Αγρίδια, αλλά κυρίως οι ατελείωτες αιμασιές από την Πλάκα μέχρι την Αγία Ελεούσα στις εσχατιές του Κοχύλου, φανέρωναν το πόσο δουλεμένη ήταν η περιοχή στο διάβα των δύσκολων μεσαιωνικών χρόνων.

Αιμασιές στην Αγία Ελεούσα (Μάκουλα) – Κοχύλου

Χρειάστηκε μια συστηματική καταγραφή όλων των εκκλησιών της περιοχής3, προκειμένου να εντοπίσω ίχνη δίκλιτου ναού στην περιοχή και μάλιστα εντός της κύριας οικιστικής περιοχής του παλαιού φέουδου.

Η Παναγία στη Δίφορη και αριστερά της ο ημιερειπωμένος Άγιος Νικόλαος

Κάτω από το Πισκοπειό, στη στράτα που συνέδεε τα Παλιόκαστρα με τη Λαρδιά και κατ’επέκταση τα χαμένα Αγρίδια και σε μικρή απόσταση από τη ρεματιά με τα περισσότερα νερά στο φέουδο, υπάρχει η «Παναγία στη Δίφορη». Δίπλα της, ο μισοερειπωμένος ναός του Αγίου Νικολάου, δίνει την εντύπωση του δισυπόστατου ναού.

Το ιερό του Αγίου Νικολάου – παλαιού βόρειου κλίτους

Αρκεί να κοιτάξει κανείς τον τοίχο που ενώνει τους δύο ναούς για να καταλάβει ότι πρόκειται αναμφίβολα για παλιά δίκλιτη εκκλησία των Λατίνων. Η διάμεση τοξοστοιχία ανάμεσα στα δύο παλιά κλίτη έχει γεμίσει με πρόχειρη ξερολιθιά, προκειμένου τα δύο κλίτη να καταστούν ξεχωριστοί ναοί.

Η φραγμένη διάμεση τοξοστοιχία όπως φαίνεται από το βόρειο κλίτος – Άγιος Νικόλαος

Η δυτική πλευρά του βόρειου κλίτους, όπου θα ήταν και η παλιά δεύτερη είσοδος, φαίνεται να έχει καταρρεύσει και μια πρόχειρη ξερολιθιά κλείνει μέρος του ανοίγματος. Οι σχιστόπλακες της στέγης μάλιστα, εξέχουν από την ξερολιθιά που φράζει το άνοιγμα. Πιθανότατα και η πρόσοψη του νότιου κλίτους έχει υποστεί ανοικοδόμηση.

Η φραγμένη δυτική πλευρά του βόρειου κλίτους – Αγίου Νικολάου

Τα δύο ιερά στην ανατολική πλευρά δεν εξέχουν από τον τοίχο, κάτι που παρατηρείται και σε άλλες περιπτώσεις δίκλιτων ναών.

Η ανατολική πλευρά του παλιού δίκλιτου ναού

Λεπτομέρεια από το βόρειο ιερό

Το εσωτερικό στην Παναγία στη Δίφορη

Το χαρακτηριστικό κτίσιμο σε επεξοχή με «μπουντουλούμια» – βόρειο κλίτος

 

Η δυτική πλευρά του παλιού δίκλιτου ναού. Διακρίνονται ίχνη από το φράξιμο της παλιάς διάμεσης τοξοστοιχίας στο βόρειο τοίχο της Παναγίας.

Ο ναός βρίσκεται σε μία κατάφυτη περιοχή που φέρει το τοπωνύμιο «Δίφορη», το οποίο παραπέμπει σε δέντρα με διπλή καρποφορία στη διάρκεια του έτους. Ο λόφος του Παλαιοκάστρου δεσπόζει στην περιοχή και η στράτα που περνάει δίπλα στον παλιό δίκλιτο ναό, ξεκινάει από το υψηλότερο σημείο του λόφου του Παλαιοκάστρου, κατεβαίνει βόρεια γύρω από μεγάλο βράχο που θυμίζει σημείο ελέγχου της εισόδου στο λόφο, διασχίζει τη ρεματιά και συνεχίζει προς την Αγιά Τσουρά (Αγία Ματρώνα), πριν φτάσει στη Λαρδιά και συνεχίσει προς τα Αγρίδια.

Η κατάφυτη περιοχή όπου ο ναός της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου στη Δίφορη. Ψηλά ο λόφος του Παλαιοκάστρου.

 

Η παλιά στράτα από το Παλαιόκαστρο προς την Παναγία στη Δίφορη, τη Λαρδιά και τα Αγρίδια. Η Παναγία στη Δίφορη είναι εύκολα προσβάσιμη σήμερα από το Πισκοπειό.

 

Τα κίτρινα βέλη παρουσιάζουν την παλιά στράτα από το υψηλότερο σημείο του Παλαιοκάστρου, γύρω από το μεγάλο βράχο και κατηφορίζοντας μέχρι τον αμαξιτό δρόμο.

 

Το Πισκοπειό και χαμηλότερα διακρίνεται η Παναγία στη Δίφορη, ανάμεσα σε ελιές και κυπαρίσσια.

 

 

Κονάκι σε μικρή απόσταση από την Παναγία στη Δίφορη

 

Παρ’ ό,τι ο ναός εμφανίζεται στη λίστα διατηρητέων μνημείων του Πισκοπειού4, σήμερα θεωρείται ότι ανήκει στην ενορία της Λαρδιάς. Πολύ ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ στα κατάστιχα του 16705 ως ενοριακός ναός του Πισκοπειού εμφανίζεται η «Παναγία», στα 18346 καταγράφεται ως ενοριακός ναός ο Άγιος Νικόλαος. Το ίδιο καταγράφεται και στο αρχείο των γάμων της Καϊρείου βιβλιοθήκης7. Συγκεκριμένα, στο διάστημα 1860 (έναρξη στοιχείων) μέχρι το 1886 στον Άγιο Νικόλαο καταγράφονται 31 γάμοι. Στη συνέχεια, οι γάμοι φαίνεται να τελούνται στη νέα ενοριακή εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.

Είναι άγνωστο αν ο ενοριακός Άγιος Νικόλαος που καταγράφεται στη διάρκεια του 19ου αιώνα στο Πισκοπειό, ήταν στη θέση της σημερινής Ζωοδόχου Πηγής ή αν πρόκειται για τον ημιερειπωμένο Άγιο Νικόλαο στη Δίφορη. Πάντως η ίδρυση της Ζωοδόχου Πηγής καταγράφεται το 1884, με βάση την επιγραφή της εκκλησίας, τη στιγμή που στον Άγιο Νικόλαο καταγράφονται 3 γάμοι το 1884 και ένας το 1886. Επισημαίνεται ότι σήμερα, δεν εντοπίζεται άλλος ναός αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο στο Πισκοπειό.

Ασχέτως αν ο Άγιος Νικόλαος στη Δίφορη υπήρξε πράγματι ενοριακός ναός του Πισκοπειού ή όχι, τα ερωτήματα παραμένουν σχετικά με την έλλειψη άλλων δίκλιτων ναών στα χωριά του «Φέουδου των Αγριδίων» και συγκεκριμένα σε Κοχύλου, Λαρδιά, Γιαννισαίο, Πισκοπειό, Ρωγό, Χώνες, Αγία Μαρίνα, Αλαμανιά και Καππαριά. Σε όλα αυτά τα χωριά απαντώνται τρίλικτοι ενοριακοί ναοί (σε Λαρδιά – βυζαντινού ρυθμού νεότερη εκκλησία), οι οποίοι ανάγονται στην περιόδο των Οθωμανών ή στη διάρκεια του 19ου έως Ά μισό του 20ου αιώνα. Προς τι λοιπόν η σπουδή στην περιοχή για νέους τρίκλιτους ναούς μετά τη Λατινοκρατία;

Η πρώτη προφανής απάντηση, είναι η σημαντική αύξηση του πληθυσμού στα χρόνια μετά τη Λατινοκρατία. Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση την απογραφή του 16705 η περιοχή είχε 177 νοικοκυριά (Καππαριά 23, Αγία Μαρίνα 18, Χώνες 18, Ρωγό 12, Λαρδιά 27, Πισκοπειό 33, Αγρίδια – Γιαννισαίο 21, Κοχύλου 25), ενώ στα 18346 τα νοικοκυριά είχαν αυξηθεί σε 462 (Καππαριά 109, Αλαμανιά – Αγία Μαρίνα 35, Χώνες 34, Ρωγό 56, Λαρδιά 45, Πισκοπειό 53, Γιαννισαίο 36, Κοχύλου 94). Ο πληθυσμός συνέχισε να αυξάνεται στη διάρκεια του 19ου αιώνα, καταγράφοντας στα 18968 περίπου 2400 άτομα στα ανωτέρω χωριά, ενώ πλέον είχε προστεθεί και ο Όρμος Κορθίου στην περιοχή με άλλα 500 περίπου άτομα.

Οι κάτοικοι φαίνεται να ακολούθησαν τα νέα πρότυπα της Ορθοδοξίας χτίζοντας ως επί το πλείστον τρίκλιτους ναούς, μεγαλύτερους σε μέγεθος από τους προηγούμενους ναούς, λόγω της πληθυσμιακής αύξησης. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι στην ίδια περίοδο, ορισμένοι από τους ναούς κτίζονται σε νεοσύστατους οικισμούς, όπως η Αλαμανιά, το Γιαννισαίο κι ενδεχομένως στην Καππαριά τα Βορεινά και οι Μωρακαίοι.

Ίσως, όμως, πρέπει να εξετάσουμε κι ένα ακόμη ζήτημα. Το καθεστώς της περιοχής πριν τη Λατινοκρατία. Η περιοχή στη νότια πλευρά των Γερακώνων, σε αντίθεση με τους άλλους ορεινούς όγκους στην Κεντρική και Νότια Άνδρο, περιοχές όπου υπήρξαν οι κατά τεκμήριο σημαντικότερες οικιστικές περιοχές της μεσοβυζαντινής περιόδου που προηγήθηκε, παρουσιάζει εξάρσεις στις βουνοκορφές που μπορούσαν εύκολα να οχυρωθούν. Πέρα από το Επάνω Κάστρο και το λόφο του Παλαιοκάστρου, ακόμη και ο Λευκόποδας ή το ύψωμα του Προφήτη Ηλία θα μπορούσαν να αποτελέσουν μικρά οχυρά. Έτσι η περιοχή ενδεικνυόταν για καταφύγιο από τις συχνές επιδρομές στη δύσκολη αυτή μεσαιωνική εποχή.

Προφήτης Ηλίας αριστερά, Επάνω Κάστρο στο βάθος και Λευκόποδας δεξιά

Πέρα από τα Αγρίδια που καταγράφονται στα 14212 και φαίνεται να παραπέμπουν σε βυζαντινό τοπωνύμιο9, τοπωνύμια όπως το Πισκοπειό (Επισκοπείο), το Ρωγό και οι Χώνες είναι πολύ πιθανό να προέρχονται από την περίοδο πριν τη Λατινική κατάκτηση. Μια ενδιαφέρουσα εκδοχή για το όνομα του Κοχύλου μπορεί να αποδίδει και στο τοπωνύμιο αυτό αντίστοιχη παλαιότητα. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο των ανασκαφών του Επάνω Κάστρου, διαπιστώθηκε σε συνδετικό κονίαμα (μπορσαλιάνα) του 13ου αιώνα, χρήση θραυσμάτων κοχυλιών πορφύρας10. Τα συγκεκριμένα κοχύλια χρησιμοποιούνταν στη βαφή των μεταξωτών υφασμάτων, που επί βυζαντινών χρόνων είχαν παρουσιάσει ιδιαίτερη άνθηση στην Άνδρο. Μια ντόπια προφορική παράδοση φαίνεται να συνδέει αυτή την εκδοχή με το όνομα του χωριού και με τα κοχύλια στην παραλία του Μπουρού, κάτω από του Κοχύλου.

Ομβροσυλλέκτης στο Επάνω Κάστρο. Διακρίνονται τα θραύσματα κοχυλιών μέσα στη μπορσαλιάνα.

Παράλληλα, στην περιοχή γύρω από το Επάνω Κάστρο, στο πλαίσιο της ανασκαφής, επισημάνθηκαν αρκετά βυζαντινά γλυπτά εκκλησιαστικής χρήσης11. Αρκετά από αυτά έχουν μεταφερθεί σε χώρο φύλαξης στου Κοχύλου ή φυλάσσονται αλλού (π.χ. κιονόκρανα12, μαρμάρινο θύρωμα, βυζαντινός κιονίσκος – βάση φιάλης13). Άλλα παραμένουν σε κοινή θέα και ο διαβάτης έχει τη δυνατότητα να τα δει ακόμη. Το εντυπωσιακό είναι η διασπορά αυτών των γλυπτών, μέχρι και τις εσχατιές της περιοχής του Κοχύλου. Σε κάποιες περιπτώσεις το μέγεθος αυτών των γλυπτών καθιστά απίθανη τη μεταφορά τους από πολύ μεγάλες αποστάσεις11 (π.χ. Παλαιόπολη). Η χρονολόγηση των γλυπτών αυτών φαίνεται να αφορά τόσο τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους (π.χ. φιάλη – κολυμπήθρα στο Επάνω Κάστρο11), όσο και την περίοδο αμέσως πριν τη Λατινική κατάκτηση (π.χ. βυζαντινά θωράκια εντός της Φανερωμένης – τέλη 11ου – 12ος αιώνας11).

Φιάλη (κολυμπήθρα) σε κελί στο Επάνω Κάστρο. Πιθανότατα ανάγεται στην παλαιοχριστιανική περίοδο 11.

 

Βυζαντινό επίθημα (12ος αιώνας 11,12) – πέριξ Επάνω Κάστρου

 

Παλαιοχριστιανικό βυζαντινό γλυπτό (5ος – 6ος αιώνας μ.Χ.) – εσχατιές περιφέρειας Κοχύλου

 

Βυζαντινός αμφικιονίσκος με αστερίσκο σε λυροειδές πλαίσιο (12ος αιώνας;11, 12) – πέριξ Επάνω Κάστρου

Όλα αυτά συνηγορούν στο γεγονός ότι στην περιοχή γύρω από το Επάνω Κάστρο πρέπει να υπήρχε ανθρώπινη δραστηριότητα και μάλιστα με τρουλαίο βυζαντινό ναό υψηλών προθέσεων, σύμφωνα με την αρχαιολογική έρευνα11,12.

Ο περιηγητής Jean Alexandre Buchon στα 184114, ανεβαίνοντας από την περιοχή του Όρμου Κορθίου προς το Επάνω Κάστρο, στα μέσα της διαδρομής προς του Κοχύλου, αναφέρει: «στα δεξιά του δρόμου, μια μικρή εκκλησία χτισμένη από κομμάτια αρχαίου μαρμάρου, τα οποία προέρχονταν από έναν ναό που είχε μεταμορφωθεί σε εκκλησία. Πάνω σε μια μεγάλη μαρμάρινη πλάκα, που δεν χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή της εκκλησίας, βρίσκεται ένας λατινικός σταυρός με τρεις χάντρες σε κάθε σκέλος του, ύψους τριών ποδιών επί δυόμιση πόδια πλάτος. Ένα άλλο κομμάτι σκαλιστού μαρμάρου είναι εντοιχισμένο στην εκκλησία: Πρόκειται για το θραύσμα ενός άλλου πιο αξιοσημείωτου κομματιού που έφερε τον σταυρό με το έμβλημα της τάξης του ναού, όπως συνάντησα πολλές φορές στην Ακρόπολη των Αθηνών και σε διάφορα άλλα μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας και του Μωριά.»

Οι ναοί που συναντά ο διαβάτης από το Γιαλό προς του Κοχύλου στα δεξιά της διαδρομής είναι ο Άι Γιάννης / Αγ. Κυριακή (αναφέρεται σε έγγραφο ήδη από το 172215) στην αρχή περίπου της διαδρομής, και στα μέσα της διαδρομής ο Άγιος Ιωάννης ο Νηστευτής στη Λιά.

Άι Γιάννης Νηστευτής στη Λιά. Άλλοτε σημαντικό προσκύνημα για τους ναυτικούς της περιοχής.

 

Το εσωτερικό στον Άι Γιάννη Νηστευτή με τις πελώριες πλάκες στη στέγη.

Σύμφωνα με τον επίκουρο καθηγητή βυζαντινής αρχαιολογίας Γ. Πάλλη, είναι αρκετά πιθανό κάποια από τα γλυπτά που αναφέρει ο Buchon να έχουν μεταφερθεί στον Όρμο Κορθίου στον ενοριακό ναό του Αγ. Νικολάου11.

Αλλά και στον Ταξιάρχη στο Γιαλό υπάρχουν εμφανείς κίονες στις γωνίες του ναού.

Τα Αηδόνια, το Κόρθι και ο κάμπος του Κορθίου μπροστά από τις Κάτω Χώνες. Διακρίνονται οι βυζαντινοί ναοί του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου (5ος – 6ος αιώνας μ.Χ. 16) και ο Άγιος Νικόλαος (12ος αιώνας μ.Χ. 17) στο Κόρθι.

Πέριξ του Παλαιοκάστρου και συγκεκριμένα στις Χώνες υπάρχει επίσης σημαντική συγκέντρωση γλυπτών. Ο Δ. Πασχάλης αναφέρει ότι ο σχολάρχης Ιωάννης Τέντες μετέφερε από τον Άγιο Κωνσταντίνο αρχαία επιτύμβια επιγραφή, όπου αναγράφεται «Ευφορίων … Χαίρε», η οποία σήμερα βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο18.

 

Ο θολωτός Άγιος Κωνσταντίνος στις Κάτω Χώνες

Λίγα μέτρα παραπάνω, στον κοιμητηριακό ναό στις Κάτω Χώνες (Ανάσταση), ο διαβάτης συναντά εντοιχισμένο κορινθιακό κιονόκρανο των ρωμαϊκών χρόνων (έως 4ο-5ο αιώνα μ.Χ.).

Κορινθιακό κιονόκρανο στις Κάτω Χώνες

 

Κορινθιακό κιονόκρανο στις Κάτω Χώνες

 

Ο Άγιος Κωνσταντίνος και το ταφείο στις Κάτω Χώνες είναι δίπλα στην παλιά «Αρχοντική Στράτα» η οποία, στα χρόνια των κοτσαμπάσηδων, ένωνε τα Αηδόνια και το Κόρθι με τη Μεσαριά, περνώντας ακριβώς έξω από το Παλαιόκαστρο. Μάλιστα η περιοχή του ταφείου στις Κάτω Χώνες αποκαλείται από τους ντόπιους «Σταυρός», τοπωνύμιο που παραπέμπει στην ενοριακή εκκλησία που μας παραθέτει η απογραφή του 16705 για τις Χώνες. Είναι αρκετά ασφαλές λοιπόν να θεωρηθεί ότι η παλαιότερη συνοικία στις Χώνες ήταν αυτή στις Κάτω Χώνες.

Κάτω Χώνες

Οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη στις Κάτω Χώνες, όπου σε περιστεριώνα συναντά κανείς κίονες. Τέτοιοι κίονες, όπως και οι αντίστοιχοι στον Ταξιάρχη στο Γιαλό, συνήθως προέρχονταν από επιστύλια βυζαντινών μαρμάρινων τέμπλων.

Κίονες σε δεύτερη χρήση σε περιστεριώνα στις Κάτω Χώνες

Λίγα μέτρα μετά την έξοδο από τις Κάτω Χώνες, στον κεντρικό αμαξιτό δρόμο, στο μικρό ναό του Αγ. Νικολάου βρίσκουμε παλαιοχριστιανικό γλυπτό (5ος – 6ος αιώνας) 11.

Παλαιοχριστιανικό γλυπτό (5ος – 6ος αιώνα μ.Χ) στον Άγιο Νικόλαο 11 κοντά στις Κάτω Χώνες

Χρήση αντίστοιχου γλυπτού στο βυζαντινό Άγιο Μάμα Νάξου (Επισκοπή) –11ου αιώνα 19

Η απόσταση άλλωστε της περιοχής από το Κόρθι δεν είναι μεγάλη. Στο Κόρθι πέρα από τον παλαιοχριστιανικό ναό του Αγ. Ιωάννη Θεολόγου (5ος – 6ος αιώνας μ.Χ.) 16 και το μεσοβυζαντινό ναό του Αγ. Νικολάου (12ος αιώνας μ.Χ.)17, η ανασκαφή γύρω από τον Άγιο Ιωάννη Θεολόγο τεκμηρίωσε αδιάκοπη και εντατική ανθρώπινη δραστηριότητα από τον 5ο αιώνα μ.Χ. έως τις ημέρες μας, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου της Λατινοκρατίας αλλά και της αμέσως προηγούμενης περιόδου, με βάση τη μελέτη της κεραμικής38. Μάλιστα η προέλευση της κεραμικής φαίνεται να σχετίζεται με ένα αρκετά αναπτυγμένο δίκτυο εμπορικών επαφών εξαιτίας της παραγωγής πολυτελών μεταξωτών υφασμάτων στο νησί.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι Λατίνοι, στην περιοχή του φέουδου των Αγριδίων, πιθανότατα συνάντησαν οικιστικές εγκαταστάσεις, ιδίως γύρω από περιοχές δυνάμει οχυρές όπως το Παλαιόκαστρο και το Επάνω Κάστρο. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η αρχαιολογική σκαπάνη μέχρι στιγμής, δεν έχει εντοπίσει στο Επάνω Κάστρο βυζαντινές οχυρώσεις ή κτίσματα20, παρά μόνο βυζαντινά γλυπτά τα οποία θα μπορούσαν να έχουν μετακινηθεί εκεί από άλλο σημείο11.

Το πώς λοιπόν αντιμετώπισαν οι Λατίνοι τη συγκεκριμένη περιοχή με τις οχυρές αυτές θέσεις και την παρουσία οικισμών στην περιοχή αυτή, μπορεί να εξηγεί την έλλειψη πολλών δίκλιτων στην περιοχή αλλά και το κτίσιμο τόσων τρίκλιτων αμέσως μετά τη Λατινοκρατία. Στην περίπτωση της Άνδρου, το ποια ήταν η αντίδραση του πληθυσμού στη μετάβαση από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία στο φεουδαρχικό καθεστώς των Λατίνων παραμένει άγνωστο. Ωστόσο, είναι εύλογο να θεωρήσει κανείς ότι θα υπήρξαν αντιδράσεις στη μεταβίβαση των ατομικών ιδιοκτησιών από τους ντόπιους, στους ξενόφερτους φεουδάρχες. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι στο τέλος της μεσοβυζαντινής περιόδου, σημαντικό μέρος των ιδιοκτησιών είχαν πλέον περιέλθει στη βυζαντινή αριστοκρατία, προλειαίνοντας το έδαφος για την εφαρμογή του φεουδαρχικού δυτικού καθεστώτος.

Η περίπτωση της Νάξου, ίσως μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την περίπτωση. Εδώ, η πρωτεύουσα του νησιού πριν τη Λατινική κατάκτηση, ήταν το Κάστρο τ’Απαλίρου21. Η οχυρή αυτή καστροπολιτεία παρουσίασε σθεναρή αντίσταση στους Λατίνους επίδοξους κατακτητές. Ο Λατίνος Μάρκος Σανούδος, αποφάσισε τότε να κάψει τα πλοία του στόλου του, προκειμένου οι άντρες του να μην έχουν δυνατότητα επιστροφής. Το τέχνασμα αυτό κατέληξε τελικά στην κατάληψη του Κάστρου. Το Κάστρο φαίνεται ότι στη συνέχεια καταστράφηκε από το Σανούδο ενώ ο εύφορος κάμπος της περιοχής παρέμεινε χωρίς οικισμούς για τους επόμενους αιώνες, έως στις μέρες μας.

Αριστερά το Κάστρο τ’Απαλίρου στη Νάξο και ο εύφορος αλλά ακατοίκητος κάμπος από το αρχαίο ιερό της Δήμητρος στο Γύρουλα – Σαγκριού.

Η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε κοντά στη θάλασσα ενώ κτίστηκε και το Επάνω Κάστρο στο εσωτερικό του νησιού, κοντά στον κάμπο της Τραγαίας που αποτελούσε βυζαντινό κέντρο αναφοράς του νησιού με πλείστες βυζαντινές εκκλησίες. Στην περιοχή φαίνεται ότι υπήρξε μια διαλλακτικότητα ως προς την εκκλησιαστική πολιτική η οποία επέτρεψε τη διάσωση μεγάλου αριθμού ορθόδοξων ναών και μάλιστα με πλήθος από τοιχογραφικά στρώματα22.

Ένα αντίστοιχο σενάριο, είτε της καταστροφής – περιθωριοποίησης της περιοχής από τους Λατίνους, είτε μιας πιο διαλλακτικής προσέγγισης ως προς την εκκλησιαστική πολιτική στην περιοχή, ακριβώς λόγω της ύπαρξης οχυρών θέσεων στις οποίες οι ντόπιοι θα μπορούσαν να οχυρωθούν ενάντια στους νέους κατακτητές, ενδεχομένως θα μπορούσε να εξηγήσει την έλλειψη πολλών δίκλιτων ναών. Άλλωστε, με βάση το ονοματολογικό απόθεμα από την απογραφή του 16705, στην περιοχή φαίνεται ότι υπήρχε υψηλό ποσοστό γηγενών Ρωμιών χωρίς μεγάλη παρουσία Λατίνων ή Αρβανιτών σε σχέση με τα υπόλοιπα φέουδα, συνεχίζοντας την ορθόδοξη παράδοση από την εποχή του Βυζαντίου. Ίσως αυτός ο παράγοντας εξηγεί τη σπουδή κτίσεως τρίκλιτων ναών κατά τα πρότυπα της Ορθοδοξίας, στην περίοδο αμέσως μετά τη Λατινοκρατία στην περιοχή.

Στον ανωτέρω πίνακα αποτυπώνονται τα στοιχεία της απογραφής του 16705 κατανέμοντας τον πληθυσμό στα φέουδα της Λατινοκρατίας, με βάση την ανάλυση του ερευνητή Νικ. Βασιλόπουλου1. Στη μελέτη του αναφέρει 12 φέουδα1, εκ των οποίων, αυτά του Μακροταντάλου και της Κατακοίλου δεν εμφάνιζαν ενορίες στα 1670, ενώ ένα ακόμη είχε αποδοθεί στη Μονή Αγίας χωρίς άλλη ενορία. Επισημαίνεται ότι στα ανωτέρω στοιχεία έχουν εξαιρεθεί οι μοναχοί.

Με βάση τα επώνυμα, βαπτιστικά ονόματα και τα πατρώνυμα που καταγράφονται στην απογραφή αυτή, κατανέμεται ο πληθυσμός ανάμεσα σε ονοματεπώνυμα με Λατινογενή ή Αρβανίτικα χαρακτηριστικά καθώς επίσης και ονοματεπώνυμα που δεν είχαν τέτοια χαρακτηριστικά («Λοιπά»)23. Η ταξινόμηση του πίνακα ακολουθεί φθίνουσα κατανομή με βάση το ποσοστό των «Λοιπών» ονοματεπωνύμων τα  οποία δεν παρουσίαζαν Λατινογενή ή Αρβανίτικα χαρακτηριστικά.

Όπως φαίνεται το φέουδο των Αγριδίων, το οποίο εμφάνιζε τον τέταρτο μεγαλύτερο πληθυσμό ανάμεσα στα 12 φέουδα, παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό (73%) ονοματεπωνύμων που δεν εμφάνιζαν Λατινογενή ή Αρβανίτικα χαρακτηριστικά. Αμέσως μετά ακολουθεί το φέουδο του Κορθίου (70%) με τα χωριά της απέναντι Ράχης. Μάλιστα τα επώνυμα που καταγράφονται στην περιφέρεια του Απάνω Κάστρου στην απογραφή, κατά 85% είναι ενδημικά και εμφανίζονται μόνο στην ίδια περιφέρεια. Το υπόλοιπο 14% εμφανίζεται και στο Κάτω Κάστρο και 2% και στη Βόρεια Άνδρο (Αμόλοχο, Άρνη). Σε αριθμό καταγεγραμμένων ατόμων αυτό μεταφράζεται σε 81% στην ίδια περιφέρεια, 18% και στο Κάτω Κάστρο (επηρεάζεται σημαντικά από εκτεταμένες οικογένειες λατίνων αρχόντων όπως οι Νταπόντε, Ντελαγραμμάτικα, Παρόδου, Γουλιαρμή κλπ. που είχαν παρουσία και στις δύο περιοχές) και 1% στη Βόρεια Άνδρο.

Από τα ανωτέρω είναι εύλογο να συμπεράνουμε ότι η παρουσία των κατοίκων στην περιοχή πρέπει να είχε ιστορία αρκετών γενεών πριν το 1670 εξαιτίας και των πολλών διαφορετικών επωνύμων (195 διαφορετικά επώνυμα στην περιφέρεια Επάνω Κάστρου – 93 διαφορετικά επώνυμα στο «Φέουδο των Αγριδίων» έναντι π.χ. 50 διαφορετικών επωνύμων στην Άρνη ή 69 στον Αμόλοχο που εμφάνιζε και μεγαλύτερο πληθυσμό).

Φαίνεται λοιπόν, ότι η παράδοση του καθεστώτος πριν τη Λατινοκρατία ενδέχεται να ήταν αρκετά ζωντανή στη συλλογική μνήμη της περιφέρειας Επάνω Κάστρου και με αυτή φαίνεται να ταυτιζόταν η πλειοψηφία του πληθυσμού.

Προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να συνηγορεί και η προκήρυξη στα 1822 του Δ. Μπαλή24 προερχόμενου από το Κόρθι, στην οποία διακήρυσσε ότι: «οι προπάτορες των αρχόντων ήλθον εις το νησί μας από άλλα μέρη ως κατακτηταί, με την βίαν εξουσίασαν το καλύτερο μέρος της γης, χωρίς να έχουν κανένα δικαίωμα προς τούτο περισσότερον από τους άλλους, εκτός από το δικαίωμα του ισχυρότερου. Και άλλους έκαμαν σκλάβους των. Οι σημερινοί λοιπόν άρχοντες, απόγονοι των κατακτητών και σφετεριστών της γης των πατέρων μας, κανέν δικαίωμα δεν έχουν να κρατούν αυτήν διά την ιδικήν των ωφέλειαν και κατατυρράνευσιν και λήστευσιν ημών… Η γη ανήκει εις ημάς τους δουλευτάς της και όχι εις τους ολίγους τουρκάρχοντες που την νέμονται με το διακαίωμα του ισχυρότερου, το οποίον απέκτησαν από τους Φράγκους και τους Οθωμανούς κατακτητάς.»

Με βάση και τα ανωτέρω στοιχεία, είναι σαφές ότι το ιστορικό υπόβαθρο στο αφήγημα του Μπαλή, αντικατόπτριζε πολύ περισσότερο τη λαϊκή μνήμη και την ψυχοσύνθεση των κατοίκων του Απάνω Κάστρου έναντι άλλων περιοχών της Άνδρου, οι οποίες, ενδεχομένως σε μεγάλο ποσοστό, δε θα ταυτίζονταν με αυτό.

Αλλά και στα πωλητήρια έγγραφα της περιοχής, ήδη από το 16ο και 17ο αιώνα, ανάμεσα στις ιδιοκτησίες πολλών διαφορετικών αρχόντων, παρατηρούμε πολλές περιπτώσεις ντόπιων μικροϊδιοκτητών και μάλιστα σε περιοχές όπου πρέπει να είχαν διαμορφωθεί κατάλληλα με αιμασιές λόγω του επικλινούς εδάφους της περιοχής. Για παράδειγμα στην Καππαριά στα 1583 πραγματοποιείται αφιέρωση ελαιόδεντρου στη Μονή Αγίας από μικροϊδιοκτήτη (Καψούρης Ιωάννης) σε περιοχή με το τοπωνύμιο «στο Δρυ», το οποίο σήμερα απαντάται στην περιοχή προς Πλάκα25 (θέση Μετόχι – στου Κόντη).

Αιμασιές στην περιοχή της Πλάκας

Στα Αγρίδια καταγράφεται αφιέρωση χωραφιού προς τη Μονή Αγίας στα 165526 (Μαρία του Αντώνη Μαγγανιώτη). Ακολουθούν αρκετά έγγραφα που αναφέρονται στα Αγρίδια ως χωριό μέχρι το 173227, 28, ενώ άλλο του 1698 αναφέρεται σε «αιμασιά…στ’Αγρίδια στην Πλύστρα» 29. Σε άλλο έγγραφο του 1707 «στ’Αγρίδια εις την Κλωνάρα» εμφανίζεται να συνορεύει μικροϊδιοκτήτρια (Ειρήνη Ραΐση) 30.

Αιμασιές σε Γιαννισαίο, Λαρδιά και Αγρίδια

Η Λαρδιά καταγράφεται ως χωριό σε πωλητήριο του 166631 το οποίο αναφέρεται στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου, όπου ο «Αντώνης Ζορτοπούλης» πωλεί στην οικογένεια Καΐρη περιβόλι. Στα συνορεύοντα περιβόλια περιλαμβάνονται διάφοροι μικροϊδιοκτήτες όπως «Γιάννης Πολίτης, Ποναέρας και Γιαννάκης Ζουριάρης». Στα 1673 καταγράφεται άλλο πωλητήριο στη Λαρδιά όπου αναφέρεται ο Αντώνης Βαστάξης32. Στα 1677 σε άλλο έγγραφο στην Αληνόμαντρα της Λαρδιάς, αναφέρονται μικροϊδιοκτήτες όπως ο Δημήτρης Πατραλίδης, ο Ιωάννης Ζέπος, ο παπα-Ιωάννης Μπίρης33. Στα 1683 σε άλλο έγγραφο ο Χρουσής Ζόλτης (Ζόρτης) πωλεί περιβόλι στη Λαρδιά όπου συνορεύουν ο μαστρο Νικόλας Παζούρας και ο παπα Δημήτρης Καλογρίδης34. Σε έγγραφο του 1696 πάλι στη Λαρδιά αναφέρονται μικροϊδιοκτήτες όπως ο Γιάκουμος Χαρκογιάννης, ο Γιάννης Βλαχάκης, ο Νικόλας Βασταγιαννούλης35.

Λαρδιά

Το Ρωγό αναφέρεται σε έγγραφο του 1671 όπου ο Δημήτρης του Μιχάλη Ξυγγά πωλεί στην οικογένεια Καΐρη περιβόλι36.

Αιμασιές στο Ρωγό

Υπάρχουν αρκετά ακόμη έγγραφα στη διάρκεια του 18ου αιώνα που αναφέρονται σε ιδιοκτησίες με αιμασιές μικροϊδιοκτητών στα χωριά της περιοχής, σε Κοχύλου, Καππαριά, Ρωγό, Λαρδιά κλπ. Στα περισσότερα από αυτά καταγράφεται έντονο ενδιαφέρον από αρχοντικές οικογένειες όπως οι Καΐρη και οι Δαπόντε για αγορά χωραφιών ή περιβολιών. Φαίνεται λοιπόν ότι η επικλινής περιοχή στη νότια πλευρά των Γερακώνων και του Επάνω Κάστρου είχε διαμορφωθεί με αιμασιές αρκετά νωρίτερα από την Οθωμανική κατάκτηση.

 

Αιμασιές στου Κοχύλου

Συνοψίζοντας, η περιοχή στη Νότια πλευρά των Γερακώνων, από του Κοχύλου έως την Καππαριά κι από τα Διποτάματα μέχρι τον Καππαριανό ποταμό, πιθανότατα εμφάνιζε ανθρώπινη δραστηριότητα τουλάχιστον γύρω από ορισμένες οχυρές θέσεις στη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων, κρίνοντας από την πληθώρα διαφόρων μαρμάρινων γλυπτών, ιδίως στην ευρύτερη περιοχή του Κοχύλου – Επάνω Κάστρου, αλλά και στις Χώνες κάτω από το Παλαιόκαστρο. Παράλληλα, έχει υποστηριχθεί ότι το όνομα Αγρίδια, το οποίο καταγράφεται στα 14212, παραπέμπει σε βυζαντινό τοπωνύμιο9. Με την έναρξη της Λατινοκρατίας (Ά μισό 13ου αιώνα), φαίνεται να οχυρώνεται το Επάνω Κάστρο με ισχυρά τείχη, ομβροσυλλέκτη, κινστέρνες, καταφύγιο – πύργο20, κατοικίες σε μεγάλο μέρος του και πιθανότατα κατασκευή της εκκλησίας της Φανερωμένης37. Ο επίκουρος καθηγητής Γ. Πάλλης, θέτει το ερώτημα: «μήπως η επιλογή της θέσης ίδρυσης του δεύτερου ισχυρού κάστρου από τους Βενετούς στο Επάνω Κάστρο, να έγινε ακριβώς για να ελέγχει καλύτερα αυτή την περιοχή, επειδή λειτουργούσε κατά κάποιον τρόπο ως ένας “βυζαντινός θύλακας”;»

Άλλωστε, στη διάρκεια του πρώτου μισού του 13ου αιώνα, η αυτοκρατορία της Νίκαιας, προτού καταλάβει την Κωνσταντινούπολη στα 1261 και επανασυστήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, είχε ξεκινήσει την ανακατάληψη των νήσων του Βορείου Αιγάιου από τους Λατίνους (όπως Χίο, Λέσβο, Σάμο, Ικαρία, Κω αλλά και επικυριαρχία στη Ρόδο). Αυτό θα αποτελούσε σίγουρα απειλή για τους ηγεμόνες της Άνδρου και η δημιουργία ενός ισχυρού κάστρου θα ήταν απαραίτητη προκειμένου να εποπτεύει το Κεντρικό Αιγαίο αλλά και να ελέγχει τον ντόπιο πληθυσμό, κατ’αντιστοιχία με την περίπτωση του Επάνω Κάστρου της Νάξου για την περιοχή της Τραγαίας.

Η πύλη στη Βόρεια πλευρά του Επάνω Κάστρου, μερικώς φραγμένη με ξερολιθιά.

Το Κάστρο φαίνεται να εγκαταλείπεται στη διάρκεια του 14ου ή 15ου αιώνα. Δεν αποκλείεται σε αυτή την περίοδο να δημιουργούνται οι οικισμοί που παρατηρούνται στην περιοχή με την πυκνή δόμηση (π.χ. Ρωγό, Αγ. Μαρίνα, Μεγ. Χωριό Καππαριάς), με βάση ό,τι συνέβαινε στην ίδια περίοδο και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων.

Στην Παναγία στη Δίφορη, φαίνεται να υπήρχε δίκλιτος ναός ενδεχομένως από την ίδια περίοδο, ενώ δίκλιτοι ναοί παρατηρούνται και στην περιφέρεια της περιοχής εκτός οικιστικών συνόλων (Άγιος Ιωάννης στον Πρίνο κοντά στο Φαράλη, ενδεχομένως Άγιος Λεόντιος Κοχύλου – ψηλά πάνω από τα Διποτάματα).

Το Κάστρο φαίνεται να κατοικείται και πάλι στη διάρκεια του 16ου αιώνα. Μάλιστα σώζεται υπέρθυρο οικίας με τη χρονολογία 155220. Πρόκειται για την περίοδο όπου η λατινοκρατία φαίνεται να τελειώνει, με την επικράτηση των Οθωμανών στο Αιγαίο και ο πληθυσμός προσπαθεί να προφυλαχθεί από τις αντιμαχόμενες πλευρές που συχνά κάνουν πειρατικές επιδρομές. Τα οικοδομήματα σε αυτή την περίοδο φαίνεται να χτίζονται πιο πρόχειρα, ενώ στην ίδια περίοδο φαίνεται να ανήκει και ο ερειπωμένος ορθόδοξος ναός λίγα μέτρα μετά τη Φανερωμένη.

Ερειπωμένος ορθόδοξος ναός στο Επάνω Κάστρο (16ος μ.Χ. αιώνας).

Η λαϊκή παράδοση θέλει οι κάτοικοι του Κάστρου μετά την Οθωμανική κατάκτηση να μετακινήθηκαν στου Κοχύλου, το οποίο καταγράφεται στην απογραφή του 16705, ενώ το Κάστρο απουσιάζει.

Η περιοχή από του Κοχύλου μέχρι την Καππαριά, με βάση την απογραφή του 1670 παρουσιάζει τον 4ο μεγαλύτερο πληθυσμό από τα 12 φέουδα της εποχής της Λατινοκρατίας με βάση την ανάλυση του Ν. Βασιλόπουλου, ενώ στην ευρύτερη περιοχή του Κορθίου-Επάνω Κάστρου την ίδια εποχή, το 85% των επωνύμων δε συναντούνται αλλού στην Άνδρο.

Παράλληλα, η επικλινής περιοχή φαίνεται να έχει διαμορφωθεί σε σημαντικό βαθμό με αιμασιές ήδη πριν τον 17ο αιώνα, με βάση τα διαθέσιμα έγγραφα του 16ου & 17ου αιώνα σε περιοχές όπως η Καππαριά και η Πλάκα, τα Αγρίδια, η Λαρδιά και το Ρωγό. Είναι εύλογο, ότι κάτι αντίστοιχο θα είχε συμβεί και στην περιοχή γύρω από το Επάνω Κάστρο, για σκοπούς τροφοδοσίας του Κάστρου. Σε αυτά τα έγγραφα, ανάμεσα σε ιδιοκτησίες αρκετών εύπορων αρχοντικών οικογενειών, που συνήθως έμεναν αλλού, φαίνεται να υπήρχε πληθώρα ντόπιων μικροϊδιοκτητών, γεγονός που αποτελεί απόδειξη ότι αρκετές καλλιεργήσιμες εκτάσεις ήταν στην κατοχή τους ήδη στο τέλος της Λατινοκρατίας.

Το ποσοστό των επωνύμων χωρίς λατινογενή ή αρβανίτικα χαρακτηριστικά φαίνεται να ήταν το υψηλότερο έναντι των άλλων περιοχών της Άνδρου. Είναι πολύ πιθανό λοιπόν η πλειοψηφία του πληθυσμού να ένιωθε πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση της εποχής που είχε προηγηθεί της Λατινοκρατίας. Ευρήματα, μάλιστα, στο πλαίσιο της ανασκαφής στο Επάνω Κάστρο (φιαλίδιο λαδιού με τον Άγιο Δημήτριο από τη Θεσσαλονίκη – αρχές 15ου μ.Χ. αιώνα, χρυσό δαχτυλίδι με σφραγίδα δικέφαλου αετού – ίσως 14ος μ.Χ. αιώνας)39, φαίνεται να επικυρώνουν τη συνέχιση της σχέσης με την Ανατολική Ορθόδοξη εκκλησία στην περιοχή. Αυτό ίσως ερμηνεύει το ζήλο για την ανέγερση τρίκλιτων εκκλησιών στη διάρκεια των Οθωμανικών χρόνων με βάση τα πρότυπα της Ορθοδοξίας, σε συνδυασμό με τη σημαντική αύξηση του πληθυσμού μετά τη Λατινοκρατία. Άλλωστε η περιοχή διακρινόταν από την έλλειψη φυσικής παρουσίας εύπορων αρχόντων Λατινικής καταγωγής ήδη από την απογραφή του 16705, με ελάχιστες εξαιρέσεις (π.χ. οικογένεια Γουλιαρμή στ’Αγρίδια που καταγράφεται ως Ορθόδοξη πλέον). Αυτό, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία καθολικών ήδη από το 17ο αιώνα, θα αποστερούσε κάθε επιχείρημα συντήρησης των παλιών δίκλιτων ναών.

Καμάρα – Στεγασμένο πέρασμα στη Λαρδιά

Από τα ανωτέρω συνάγεται το σημαντικό ιστορικό υπόβαθρο της περιοχής στη διάρκεια των μεσαιωνικών χρόνων. Η ζωή στην περιοχή δεν υπήρξε εύκολη, ωστόσο οι κάτοικοι κατάφεραν να επιβιώσουν με αρκετό μόχθο, ο οποίος καταγράφεται στις ατελείωτες αιμασιές τις περιοχής, στα χαλάσματα των Κάστρων και στους πέτρινους παραδοσιακούς οικισμούς που σώζονται ως τις μέρες μας.

 

Θερμές ευχαριστίες στον επίκουρο καθηγητή Βυζαντινής αρχαιολογίας Γιώργο Πάλλη, χωρίς τη βοήθεια του οποίου το ανωτέρω πόνημα δε θα ήταν εφικτό. Οι απόψεις που διατυπώνονται εκτός βιβλιογραφικών αναφορών, φυσικά αποδίδονται στο γράφοντα.

 

Βιβλιογραφία

  1. Νικ. Βασιλόπουλος, Λατινοκρατία στην Άνδρο – Κάστρα, Πύργοι, Εκκλησίες & Φέουδα, Άνδρος 2015
  2. Karl Hopf, Urkunden und Zuzatze zur Geschichte del Insel Andros und Ihrer Beherrscher in dem Zeitraume von 1207 bis 1566, Sitzungsberichte der Kaiserlichen Akademie der Wissenschaften. Philopsophisch – historische Classe, 21 (1856), σελ 253.
  3. https://www.androsfilm.gr/2021/05/22/churches-on-the-south-side-of-gerakona-by-george-glynos/
  4. http://listedmonuments.culture.gr/fek.php?ID_FEKYA=36
  5. Ηλίας Κολοβός, Όπου ήν κήπος – Η μεσογειακή νησιωτική οικονομία της Άνδρου σύμφωνα με το οθωμανικό κτηματολόγιο του 1670 – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Καϊρειος Βιβλιοθήκη 2017
  6. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 5, Οι Ενοριακοί ναοί της Άνδρου κατά το έτος 1834, 1990 σ. 214
  7. http://www.steniotes.gr/Various/AdeiesGamouAndres.htm
  8. ΦΕΚ Απογραφής πληθυσμού 1896 https://www.eetaa.gr/index.php?tag=apografes
  9. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 6, Παρατηρήσεις εις το τοπωνυμικόν της Άνδρου – Αγρίδια (σελ. 256 – 263)
  10. Γ. Πάλλης, «Μια υδραυλική κατασκευή της πρώιμης βενετικής περιόδου στο Επάνω Κάστρο της Άνδρου και αντίστοιχες εγκαταστάσεις σε μεσαιωνικούς οικισμούς», 8ο Επιστημονικό Συμπόσιο «Ανασκαφή και Έρευνα: από το ερευνητικό έργο του Τομέα Αρχαιολογίας και Ιστορίας Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών», Πρόγραμμα και περιλήψεις ανακοινώσεων, Αθήνα 2011, 86–87.
  11. Γ. Πάλλης, Εύανδρος – Χριστιανικά γλυπτά από το Επάνω Κάστρο της Άνδρου, σελ. 251 – 268, Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2009
  12. Γ. Πάλλης, Ανδριακά Χρονικά 43, Η βυζαντινή Άνδρος (4ος – 12ος αιώνας) – Η μεσοβυζαντινή γλυπτική ως πηγή για την τοπογραφία και την ιστορία της Άνδρου – Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2016
  13. Δημ. Ν. Πασχάλη, «Ιστορία της Νήσου άνδρου» σελ 588 – Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός Αθήνα 2004
  14. Buchon, Voyage dans l’Eubee, les iles loniennes et les Cyclades en 1841, Paris 1911 (εκδ. J. Longon).
  15. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 42 – 43.
  16. Στ. Μαμαλούκος, Ανδριακά Χρονικά 43, Η βυζαντινή Άνδρος (4ος – 12ος αιώνας) – Η αρχικτεκτονική του ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Άνω Κόρθι της Άνδρου – Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2016
  17. Χ. Μπούρας Λ. Μπούρα, Η Ελλαδική ναοδομία κατά τον 12ο αιώνα, Εμπορική Τράπεζα, Αθήνα 2002
  18. Δημ. Ν. Πασχάλη, «Ιστορία της Νήσου άνδρου» σελ 546, 592 – Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός Αθήνα 2004
  19. Κλ. Ασλανίδης, Η παλαιοχριστιανική αρχικτεκτονική ως πηγή έμπνευσης για ναούς του 11ου αιώνα στα Νησιά του Αιγαίου, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, Περίοδς Δ’ Τόμος ΑΘ, Αθήνα 2018
  20. Ελ. Δεληγιάννη Δωρή et al, Έρευνα και Ανασκαφή στο Επάνω Κάστρο Άνδρου, Το αρχαιολογικό έργο στα νησιά του Αιγαίου, Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο Ρόδος 2013, Μυτιλήνη 2017
  21. Hill, The intra-site topography and standing remains of Kastro Apalirou, Naxos and the Byzantine Aegean: Insular Responses to Regional Chang, Norwegian Institute at Athens, Athens 2018
  22. Ν. Δηλέ, Η Λατινοκρατία στη Νάξο, Αιγαίο Τόμος Β’ Βυζαντινοί Χρόνοι, Καθημερινή 2021
  23. Γ. Γλυνός, Η Άνδρος στα 1670 https://www.enandro.gr/istoria/5593-%CE%B7-%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B1-1670.html
  24. Ελένη Γαϊτάνου – Αρχοντούλα Κρητικού – Γιώργος Δαρδανός, Το κοινωνικό περιεχόμενο της επανάστασης στην Άνδρο, Η περίπτωση του Δημήτρη Μπαλή, Έκδοση του συλλόγου για την ανάπτυξη της Άνδρου «Ο Δημήτρης Μπαλής», Αθήνα 1989
  25. Δημ. Ι. Πολέμης, Ανέκδοτα Ανδριακά έγγραφα του δεκάτου έκτου αιώνος, Καϊρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 1999 (σελ. 27-28)
  26. Μονή Αγίας φακ. 7, τομ. Η’ αρ. 51- Έτος 1655 – Η Μαρία συζ. Αντώνη Μαγγανιώτη αφιερώνει προς τη Μονή Αγίας με την επιστολή να γράφεται «στ’Αγρίδια στ’Απάνω Κάστρο».
  27. Καϊρειος Βιβλιοθήκη, φακ. 424 αρ. 10 – Έτος 1721 – Η κερά Μαργαριτίνα συζ. κυρ Νικολού Θεόφιλου πωλεί περιβόλι «εις το χωρίο στ’Αγρίδια από κάτω στην Πλύστρα» καθώς και χωράφι «στη Σκοτεινή».
  28. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 47-48 – Έτος 1732 – Ο κυρ Νικολός Φολερός πωλεί κομμάτι αμπέλι «εις χωρίο Αγρίδια»
  29. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 22-23 – Έτος 1698 – «Ο Γιάννης του παπά Νικόλα του παπά Κυριάκου πουλεί.. του κυρ Γιαννάκη ποτέ Νικολού Καγίρη… μίαν αιμασιά κι ένα κατάλυμα… στ’Αγρίδια στην Πλύστρα»
  30. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 28 – Έτος 1707 – Πωλείται «ένα κομμάτι πράμα ευρισκόμενο εις τόπον λεγόμενον εις τ’Αγρίδια εις την Κλωνάρα».
  31. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 8 – Έτος 1666 – Πωλείται «ένα κομμάτι περιβόλι ευρισκόμενον εις το χωρίο του Λαρδιά εις τον Άγιον Βασίλειον».
  32. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 1, 1977, σελ. 45 – Έτος 1673 – «ο Γιαννάκης Καϊρης αγοράζει αγρόν παρά του Αντώνη Βαστάξη κείμενον εις το χωρίον Λαρδιά»
  33. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 14-15 – Έτος 1677 – «Ο Δημήτρης του ποτέ Στέφανου Βλοτιμάζη (Βολτή;)…πουλεί στην Αληνόμαντρα του κυρ Γιαννάκη του ποτέ Νικουλού Καΐρη»
  34. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 15-16 – Έτος 1683 – «Ο Χρουσής Ζόλτης πουλεί του κυρ Αγουστή ποτέ Τζάννε Ταπόντε… περιβόλι… εις χωρίον Λαρδιά»
  35. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 18-19 – Έτος 1696 – Εκδίδεται πωλητήριο «εις τ’Απάνω Κάστρο σε χωρίο στου Λαρδιά». Πωλείται από το Μάρκο του Γιάκουμου Χαρκογιάννη «περιβόλι ευρισκόμενο εις τ’Αγρίδια».
  36. Δημ. Ι. Πολέμης, Πέταλον 4, 1984, Καϊρικά έγγραφα σελ. 11-12 – Έτος 1671 – «Ο Δημήτρης υιός ποτέ Μιχάλη Ξυγγά πουλεί… προς τον μισέρ Γιαννάκη ποτέ Νικολού Καϊρη ένα κομμάτι περιβόλι ευρισκόμενον εις το Ρωγό με λάγινα … και με συκάμινα και συκιές και ορνό… και ρουδιά».
  37. Γ. Πάλλης, Νήσος Άνδρος 11, Το Επάνω Κάστρο της Άνδρου και ο Ναός της Φανερωμένης το 1926, Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2017
  38. Μαρίνα Βόγκλη, «Κεραμική από την ανασκαφή του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στο Κόρθι» Η Βυζαντινή Άνδρος (4ος – 12ος αιώνας) Νεότερα από την αρχαιολογική έρευνα και τις αποκαταστάσεις των μηνημέιων. Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης – Αθήνα 20 Μαρτίου 2015 – Ανδριακά Χρονικά – 43 – Καϊρειος Βιβλιοθήκη Άνδρος 2016
  39. Kontogiannis Sm. Arvaniti, Placing <Contexts> in a Context: Minor Objects from Medieval Andros – Byzantine Small Finds in Archaeological Contexts, Byzas 15, Veroffentlichungen des Deutschen Archaologischen Instituts Istanbul 2012 Ege Yayinlari

2 Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο