Νέα

Οι διαδρομές των περιηγητών της Άνδρου – Μέρος Γ΄: Η σύνδεση Βορρά – Νότου και η διάσχιση του Πετάλου, Γιώργου Αρ. Γλυνού

Το σύνολο των περιηγητών που μετακινούνται από τη Χώρα ή τη Μεσαριά είτε προς την Άρνη, είτε προς τη Μονή Αγίας, είτε ακόμη βορειότερα, περιγράφει μία διαδρομή η οποία κινείται πάνω στον ορεινό όγκο του Πετάλου και διασχίζει την Κουβάρα ανάμεσα στα ψηλότερα σημεία της (μεταξύ Προφήτη Ηλία 997 μ. και Άγ. Σαράντα 990 μ.). Μοναδική εξαίρεση, που φαίνεται να επιβεβαιώνει τον κανόνα, είναι η διαδρομή του Buchon (1841), ο οποίος φεύγοντας από τη Μεσαριά προς τη Μονή Αγίας, ακολούθησε το δρόμο προς Παλαιόπολη, προκειμένου να επισκεφθεί την αρχαία πρωτεύουσα του νησιού.

Σημείο στη διαδρομή διάσχισης του Πετάλου, στο οροπέδιο της κορυφογραμμής του Πετάλου, πάνω από το Μελιό. Στο βάθος οι Γερακώνες με τη Μονή Παναχράντου, στο μέσο η κορυφή της Βίγλας.

 

Σε αυτό το πλαίσιο ο Tournefort (1700), σχετικά με το ταξίδι από τη Χώρα στην Άρνη, αναφέρει: «Το χωριό Αρνά είναι κτισμένο με ξεχωριστές συνοικίες. Εκτείνεται στο μέσον μιας πλαγιάς πάνω από μια κοιλάδα, την οποία ομορφαίνουν πλατάνια και πηγές. Για να πάει κανείς εκεί, πρέπει να διασχίσει το μεγαλύτερο βουνό του νησιού.»

Διασχίζοντας το Πέταλο από τον αυχένα του Πετάλου προς τη Βίγλα

Αντίστοιχα ο Ιησουίτης Jacques Xavier Portier (1701) καταγράφει: «…αναχωρήσαμε για τα Αρνά… όπου φτάσαμε πολύ αργά και κατάκοποι από την κούραση, αφού έπρεπε να σκαρφαλώσουμε ένα βουνό ύψους τριών λευγών. Κουβαλώντας τα ιερα σκεύη και το βαλιτσάκι με τα φάρμακά μας και επιπλέον να περπατήσουμε άλλες δύο λεύγες κατεβαίνοντας το βουνό από πολύ απότομα μονοπάτια, εντελώς καλυμμένα από θάμνους και βράχια. Φθάσαμε τελικά στο χωριό, ανάμεσα σε πολύ φτωχούς και άξεστους ανθρώπους, οι οποίοι όμως δεν ήταν καθόλου βάρβαροι. Την επαύριο που ήταν Κυριακή, επισκεφθήκαμε τις δύο βασικές εκκλησίες, όπου είχε συγκεντρωθεί μέγα πλήθος… Τίποτα δεν μας άγγιξε περισσότερο από το να τους βλέπουμε να καταφθάνουν από το βάθος της κοιλάδας τους, δια μέσου των κακοτράχαλων δρόμων που είναι φοβεροί τον Δεκέμβριο, για να ακούσουν τον λόγο του Θεού ή για να εξομολογηθούν και να εκθέσουν τις απορίες τους…. Μόνο μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη Πέμπτη, μερικοί μοναχοί, από τα δύο μοναστήρια που βρίσκονται στο νησί, διασχίζουν την κοιλάδα για να ακροαστούν τις εξομολογήσεις.»

Η κοιλάδα της Άρνης προς τα Ρέματα

Ο Paul Lucas (1705) κινούμενος από τη Μονή Αγίας προς την περιοχή της Μεσαριάς και κατόπιν της Χώρας περιγράφει: «…φεύγοντας στις έξι το πρωί και αφού περπατήσαμε εφτά ώρες μέσα από πανύψηλα και απόκρημνα βουνά, φθάσαμε στην κατοικία του Σιορ δε λα Γραμμάτικα που εκτελεί χρέη προξένου της Γαλλίας στο νησί.»

Η στράτα στο σημείο προσέγγισης της κορυφής της Βίγλας. Στο σημείο αυτό, η στράτα διακλαδίζεται δεξιά προς Πιτροφό και αριστερά συνεχίζει κατεβαίνοντας κατάραχα την κορυφογραμμή της Βίγλας.

Ο Maihows (1750) σχετικά με τη διαδρομή Χώρας – Άρνης αναφέρει: «Είδαμε το χωριό Άρνη και διασχίσαμε το πιο ψηλό βουνό του νησιού για να φθάσουμε εκεί. Είναι η ωραιότερη τοποθεσία αυτού του γοητευτικού νησιού. Αποτελείται από πολλά χωριουδάκια με σπιτάκια κτισμένα στον ίσκιο των φοινικόδεντρων, κοσμημένα με κήπους που ποτίζονται από παντού με ρυάκια».

Ο Bent (1882 – 1884) φτάνοντας στις ανατολικές ακτές της Άνδρου επισημαίνει: «Καθώς προσεγγίζαμε κατά μήκος της ανατολικής ακτής, η Άνδρος δεν φαινόταν ελκυστική και ρίγος μας διαπέρασε μόλις είδαμε το μαύρο βουνό, καλυμμένο ακόμα κατά τόπους με χιόνια, παρόλο που είχε μπει για τα καλά ο Μάρτιος, και το οποίο θα έπρεπε να διασχίσουμε κατά τις μετακινήσεις μας.»

Φεύγοντας από τη Μονή Αγίας, θα κατευθυνθεί προς την Κατάκοιλο όπου θα διαμείνει στην οικία του κ. Ζαραφονίδη. Αναχωρώντας από την Κατάκοιλο προς τα Λάμυρα, αναφέρει: «…το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε φορτωμένοι με προμήθειες για το δρόμο μας , ο οποίος οδηγούσε μέσα από τα βουνά κατευθείαν στη Χώρα. Ευτυχώς ήταν ωραία ημέρα, γιατί έπρεπε να διασχίσουμε χιονισμένα μέρη και ρέματα παγωμένα ακόμη, και όταν πια περάσαμε το όρος Πέταλο βρεθήκαμε για άλλη μια φορά στον παράδεισο, δηλαδή στα Λάμυρα, ένα από εκείνα τα μαγευτικά χωριά στις νότιες πλαγιές του όρους Πέταλο, επάνω ακριβώς από τη Χώρα.»

Ο Philippson (1890) μας δίνει ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με τη διαδρομή διάσχισης του Πετάλου και σύνδεσης του Βορρά με το Νότο διαμέσω αυτού: «Κοντά στο Μπατσί, ο δρόμος προς τη Χώρα εγκαταλείπει την ακτή, ανεβαίνει τις κλιτύς του Πετάλου και περνώντας από την υψηλά ευρισκόμενη πηγή του Κρυονερίου φθάνει σε ύψος 965μ., λίγο ανατολικότερα της πλατιάς κορυφής Κουβάρα. Η τελευταία είναι ελαφρώς υψηλότερη και πρέπει να φθάνει τα 1000μ. Ο ευρύς ορεινός όγκος του Πετάλου καλύπτεται με κομμάτια χαλαζία… Συμφυής με τούτον είναι η Κουβάρα, ένας δεύτερος, σχεδόν ισοϋψής ορεινός όγκος. Αμφότεροι περιβάλλουν την κοιλάδα της Βουρκωτής (372 κάτοικοι). Ο δρόμος ακολουθεί για κάποιο διάστημα τον ορεινό όγκο, περνώντας από μερικά σύγχρονα λατομεία, όπου εξορύσσουν μία λεπτή γαλαζωπή φλέβα ασβεστόλιθου. Στη συνέχεια ανεβαίνει έναν ορεινό όγκο με βαθμηδόν μειούμενο ύψος, που αλλάζει κατεύθυνση και διαχωρίζει την πυκνά κατοικημένη κοιλάδα των Στενιών (1368 κάτοικοι) από εκείνη της Άνδρου, και εντέλει, κατεβαίνει μέσω απότομων κλιμακωτών δρόμων στην πρωτεύουσα. Είναι υπέροχη η θέα από το ύψωμα προς τον διπλό όρμο της Άνδρου, με την απαυγάζουσα λευκή πόλη επάνω στη βραχώδη γλώσσα ξηράς…»

Η διαδρομή αυτή καταγράφεται στο χάρτη των Μαμάη – Σταυλά αλλά και στον παλιό χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.

Η διαδρομή από τη Μονή Αγίας προς το Οβρυόκαστρο, το Κρυονέρι, τη διάβαση της Κουβάρας ανατολικά από τους Αγ. Σαράντα, το πέρασμα από το Τρανό Καμπί και την κάθοδο από την κορυφογραμμή της Βίγλας, όπως φαίνεται στο χάρτη των Μαμάη – Σταυλά.

 

Η διαδρομή αυτή είναι αρκετά ευκρινής και στις αεροφωτογραφίες της περιόδου 1945-1960 του Κτηματολογίου. Παρακάτω η διαδρομή όπως κατέρχεται από την Κουβάρα προς την Άρνη:

Η διαδρομή καθόδου από την Κουβάρα προς το Σταυρό της Άρνης, ψηλότερα από το Πανοχώρι, όπως φαίνεται στις αεροφωτογραφίες 1945-1960 στο Κτηματολόγιο.

 

 

Με πορτοκαλί χρώμα η διαδρομή σύνδεσης της κοιλάδας της Μεσαριάς με την Άρνη, τη Μονή Αγίας και τον Αμόλοχο, διασχίζοντας το Πέταλο. Με πράσινο χρώμα η Φαρδιά στράτα και η συνέχεια της προς Άνω Απροβάτου. Με μπλε χρώμα η σηματοδοτημένη διαδρομή Στραπουργιών – Παλαιόπολης. Με ροζ χρώμα οι κλιμακωτές στράτες καθόδου από τις ανωτέρω προς Μελίδα, Πιτροφό, Μένητες, Μεσαριά, Λάμυρα. Με γαλάζιο χρώμα η στράτα από τη Χώρα προς Μεσαριά, Πιτροφό και Χαλκολιμνιώνα. Με κίτρινο χρώμα η στράτα από την Παλαιόπολη προς Σταυροπέδα και νοτιότερα.

Όπως φαίνεται από τις ανωτέρω απεικονίσεις, η μετάβαση προς τα Βόρεια από τη Χώρα, τη Μεσαριά ή τα άλλα χωριά της νότιας πλευράς του Πετάλου, πραγματοποιούνταν μέσα από ένα σύστημα κλιμακωτών δρόμων που ανηφόριζαν τις νότιες πλαγιές του Πετάλου. Στην κορυφογραμμή της Βίγλας, ξεκινώντας από τις Στραπουργιές, υπήρχε μονοπάτι στο οποίο κατέληγαν οι στράτες αυτές. Το μονοπάτι αυτό, φαίνεται ευκρινώς στις παλιές αεροφωτογραφίες του Κτηματολογίου. Μετά το πέρασμα της κορυφής της Βίγλας ανηφόριζε στη θέση Μελιό, πλάι στις πηγές του ποταμού των Εβρουσιών – Αποικίων – Στενιών ο οποίος καταλήγει στα Γιάλια. Στη συνέχεια περνούσε από τον αυχένα που συνδέει τις κορυφογραμμές του Πετάλου με της Κουβάρας, στο Τρανό Καμπί, πάνω από τις πηγές του Ζένιου.

Η κοιλάδα του Ζένιου όπως φαίνεται από το μονοπάτι στο Τρανό Καμπί, πριν τον αυχένα του Πετάλου.

Για την πηγή του Ζένιου, ο Meyssonnier (1869) αναφέρει: «Στην κορυφή του βουνού, πάνω από τη θέση της αρχαίας πόλης, συναντάμε μία πλούσια πηγή που αρδεύει ένα μέρος του νησιού. Η προέλευση αυτής της πηγής βρίσκεται σε τόσο μεγάλο υψόμετρο, θεωρείτο πάντα κάτι το θαυμαστό, και οι κάτοικοι, ακόμη σήμερα, είναι πεπεισμένοι ότι προέρχεται από την Κάρυστο (νήσος Εύβοια). Σύμφωνα με τον κ. Gorceix, μέλος της Γαλλικής Σχολής Αθηνών, είναι εύκολο, εξετάζοντας τη στρωματογραφία του εδάφους, να προσδιορίσει κανείς την ύπαρξη αυτή της πηγής. Διαρκείς ομίχλες καλύπτουν την κορυφή του βουνού και συγκρατούν αξιοσημείωτη υγρασία. Τη μέρα που πέρασε εκεί είδε μάλιστα να πέφτει σε αυτό το υψόμετρο βροχή αρκετά έντονη, ενώ το υπόλοιπο νησί ήταν εντελώς στεγνό. Η δροσιά που επικρατεί σ’αυτά τα μέρη επιτρέπει να καλλιεργείται το αμπέλι στις βουνοπλαγιές, όπου η ξηρασία θα το εμπόδιζε να αναπτυχθεί. Άραγε δεν βρίσκουμε εκεί την εξήγηση της παράδοσης που αποδίδει στο νερό αυτής της πηγής την ιδιότητα να κάνει δυνατά τα κρασία;» Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Meyssonnier ενδέχεται να συγχέει την πηγή του Ζένιου με την πηγή της Φλέας, αν κρίνουμε από την αναφορά για άρδευση ενός μέρους του νησιού και για τη θέση πάνω από την Παλαιόπολη. Σε κάθε περίπτωση ο Πασχάλης συνδέει την αναφορά του Gorceix με την πηγή του Ζένιου.27

Οι πηγές του Ζένιου και το κονάκι του Πατήρη δεξιά, σε υψόμετρο άνω των 840μ. Η διαδρομή διάσχισης στον αυχένα του Πετάλου, περνούσε από την κορυφογραμμή που διακρίνεται στο βάθος.

Η διαδρομή φαίνεται να διέσχιζε την ψηλή κορυφογραμμή της Κουβάρας ανατολικά από τους Αγίους Σαράντα, σε υψόμετρο παραπλήσιο με αυτό που αναφέρει ο Philippson (1890). Στη συνέχεια περνούσε από την πηγή του Κρυονερίου, την οποία αναφέρει και ο Πασχάλης ότι βρίσκεται «εις τας κλιτύας του Πετάλου και επί της οδού της αγούσης από Άνδρου εις Άρνην, βορειοανατολικά της θέσεως Αλογομάνδρα»28. Πριν το Κρυονέρι φαίνεται ότι υπήρχε κλάδος ο οποίος κατευθυνόταν απ’ευθείας στο Απανοχώρι της Άρνης στο ύψος της Αγίας Τριάδας.

Αποτύπωση της διαδρομής με πορτοκαλί χρώμα από τον αυχένα του Πετάλου πάνω από τις πηγές του Ζένιου, με πέρασμα της Κουβάρας ανατολικά των Αγ. Σαράντα και κάθοδο στο Σταυρό μέσω Κρυονερίου. Από εκεί η στράτα συνέχιζε προς τη βρύση του Σπανού και καθοδικά από τον «Πλακωτό δρόμο». Με μωβ χρώμα διαδρομή καθόδου στο Πανοχώρι. Με γαλάζιο χρώμα η σηματοδοτημένη κυκλική διαδρομή της Άρνης και με κίτρινο η σηματοδοτημένη διαδρομή Κατακοίλου – Άρνης. Με πράσινες πινέζες, οι ενοριακοί ναοί της Άρνης18 με βάση την απογραφή του 1670.

 

Η κεντρική στράτα διάσχισης του Πετάλου, κατηφόριζε προς την εκκλησία του Σταυρού και από εκεί κατευθυνόταν στην πηγή του Σπανού, για την οποία ο Πασχάλης αναφέρει: «Πηγή ύδατος όχι μακράν του Κρυονερίου και βορειοανατολικά αυτού, παρά την θέσιν Λεκάνεζα.»28 Στη συνέχεια η στράτα κατηφόριζε για να συναντήσει τον «Πλακωτό δρόμο» και από εκεί κατευθυνόταν είτε προς τη Μονή Αγίας, μεσογειακά, ή προς το Μπατσί, όπως περιγράφει ο Philippson (1890).

Η πάγια χρήση της συγκεκριμένης ορεινής διαδρομής ως κύριας μεταξύ βορρά και νότου, φαίνεται να διαμορφώθηκε στα μεσαιωνικά χρόνια, σε εποχή κατά την οποία η δυτική ακτή είχε ερημώσει, λόγω των πειρατικών επιδρομών και σημαντικά σημεία αναφοράς στη βόρεια Άνδρο ήταν η Άρνη και ο Αμόλοχος, με ενδιάμεσο σταθμό τη Μονή Αγίας. Σύμφωνα με τη μελέτη του Τίτου Γιοχάλα29, ο αρβανίτικος εποικισμός στον Αμόλοχο φαίνεται να συνέβη στη διάρκεια του 15ου αιώνα (καταγράφεται ήδη κατοικημένος στα 1510) ενώ η Άρνη φαίνεται να έχει εποικιστεί το αργότερο στη διάρκεια του 16ου αιώνα.

Το κέντρο βάρους της κατοικημένης περιοχής της Άρνης, εντοπιζόταν αρχικά στην περιοχή του Πανοχωρίου και της συνοικίας των Πολιταίων, απ’όπου η διαδρομή διάσχισης του Πετάλου φαίνεται να περνούσε εγγύτερα. Προς αυτό συντείνει το γεγονός ότι στην Οθωμανική απογραφή του 1670, 4 από τις 6 ενοριακές εκκλησίες εντοπίζονταν στην περιοχή Πανοχωρίου (Άγιος Γεώργιος), Πολιταίων (Άγιος Ιωάννης) και των κοντινών Κουρτεσαίων (Παναγία, Άγιος Ιωάννης Θεολόγος), έναντι μίας στον οικισμό των Μπαλαίων (Παναγία Μπαλαίων) και μίας ακόμη (Παναγία Κακονομαίων)18, η οποία ενδεχομένως παραπέμπει στην Αγία Μονή κοντά στον οικισμό των Μπομπολάδων (σε έγγραφο του 1833 καταγράφεται στην Άρνη, πέραν της Παναγίας Μπαλαίων και της Παναγίας Κουρτεσαίων, άλλη ενοριακή εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία, μικρής χωρητικότητας – 40 ατόμων, η οποία αναφέρεται ως «παλαιά, ακαλλώπιστος, και πρέπει να κλείση, διότι ούτε τώρα δεν εφημερεύεται καθημερινώς»17). Στους οικισμούς Κυρτασαίων, Κανάβας και Ρεμάτων δεν καταγράφεται άλλος ενοριακός ναός στη συγκεκριμένη απογραφή.

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί η θέση του βυζαντινού ναού των Αγ. Σαράντα στην κορυφή της Κουβάρας σε απόσταση περίπου 1 χλμ από τη διαδρομή διάσχισης του Πετάλου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανασκαφής, για τα οποία πραγματοποιήθηκε μνεία στο 12ο πανελλήνιο συνέδριο ναυτικών μουσείων, το μνημείο αυτό φαίνεται να ανάγεται στον 7ο αι. μ.Χ. Η θέση του για την κατόπτευση των δυτικών ακτών του νησιού είναι ιδεώδης και δίπλα στο ναό φαίνεται να υπήρχε φρυκτωρία. Άραγε, λειτουργούσε ο ναός αυτός και ως σημείο αναφοράς – ανάπαυσης στην ορεινή διαδρομή σύνδεσης Βορρά – Νότου, μετά τον 7ο αιώνα και την εκκένωση της Παλαιόπολης; Η θέση του ναού ήταν πλησίον του υψηλότερου σημείου της σχετικής διαδρομής. Κάτι αντίστοιχο φαίνεται να συνέβαινε και με τη Μονή Παναχράντου ή την κοντινή σε αυτή θέση Καταφύγι, τα οποία βρίσκονταν κοντά στο υψηλότερο και δυσκολότερο σημείο της διαδρομής σύνδεσης των κοιλάδων Μεσαριάς και Κορθίου (Αρχοντική στράτα).

Είναι εύλογο ότι η ορεινή και δύσβατη αυτή διαδρομή, σύνδεσης του Βορρά με το Νότο του νησιού, θα υπήρξε παράγοντας απομόνωσης του βόρειου τμήματος του νησιού ο οποίος θα συνέβαλε στην οικονομική δυσπραγία και καχεξία της περιοχής. Τις περιόδους που η δυτική ακτή θα μαστιζόταν από πειρατικές επιδρομές, το εμπόριο στη βόρεια Άνδρο δεν θα είχε άλλη διέξοδο παρά μόνο από την ορεινή αυτή διαδρομή. Αυτή την κατάσταση φαίνεται να μαρτυρά η αφήγηση του 1701 του Ιησουίτη Portier για την Άρνη, που αναφέραμε ανωτέρω.

Αντίστοιχα, στα 1838 o Brandis επισημαίνει: «Είναι κρίμα που δεν μπορούσαμε να… επισκεφθούμε το λιμάνι του Γαυρίου κι έτσι χάσαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τους δύο δήμους του νησιού, Γαύριο και Άρνη, που κατοικούνται από Αρβανίτες. Είναι πολύ μικρότεροι, φτωχότεροι και με λιγότερες καλλιέργειες από τους δύο ελληνικούς δήμους, του Κορθίου και της πόλης της Άνδρου, κυρίως επειδή δεν έχουν ωραίες μεγάλου μήκους κοιλάδες, αλλά και επειδή παλαιότερα, καθώς ήταν περισσότερο εκτεθειμένοι στις καταστροφικές επιδρομές των πειρατών της Καρύστου, υπέφεραν πολύ. Όλοι οι υπηρέτες στους δύο ελληνικούς δήμους είναι Αρβανίτες. Οι Έλληνες εργάζονται σε παρόμοιες θέσεις μόνο έξω από το νησί τους, τώρα πια κυρίως στην Αθήνα, παλαιότερα στην Κωνσταντινούπολη, και επιστρέφουν αφού κερδίσουν μερικά χρήματα. Από τους 15-16.000 κατοίκους της Άνδρου, φαίνεται ότι πάνω από 11.000 ανήκουν στους δύο ελληνικούς δήμους.»

Γιώργος Αρ. Γλυνός

Για το Ά μέρος της Μελέτης (Χώρα & Παλαιόπολη):

https://www.androsfilm.gr/2022/02/06/the-itineraries-of-the-travelers-of-andros-part-ad-chora-and-paleopolis-by-george-ar-glynos/

Για το Β’ μέρος της Μελέτης (Στο Κόρθι):

https://www.androsfilm.gr/2022/02/13/the-itineraries-of-the-travelers-of-andros-part-ii-in-korthi-by-george-no-glynos/

 

Βιβλιογραφία:

  1. Αναζητώντας την Άνδρο: Κείμενα και εικόνες 15ου – 19ου αι. από τη Συλλογή Ευστάθιου Ι. Φινόπουλου, Μουσείο Μπενάκη – Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2021
  2. Ελληνικό Κτηματολόγιο – Αεροφωτογραφίες 1945 – 1960: http://gis.ktimanet.gr/wms/ktbasemap/default.aspx?fbclid=IwAR0AlmElwo-SgP-JHMpLAdjwIOhcvkTDcqZhhFawAPKlN0tDOpRXHaZm5Vs
  3. Οι σηματοδοτημένες διαδρομές στο Site της Andros Routes: https://www.androsroutes.gr/el/overview-page/
  4. Σύνδεσμος απεικόνισης Διαδρομών Περιηγητών: https://www.google.com/maps/d/u/1/edit?mid=1Ep1cZgQBUokmVJgxSBw51sPDIZt1orXi&usp=sharing
  5. Ηλ. Κολοβός: Η νησιωτική κοινωνία της Άνδρου στο Οθωμανικό Πλαίσιο, Ανδριακά Χρονικά 39, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 2006
  6. https://www.lifo.gr/culture/arxaiologia/o-ermis-tis-androy-ena-agalma-taxidemeno
  7. Δημ. Π. Πασχάλης, Ιστορία της Νήσου Άνδρου – Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2004 (τομ. Α σελ. 581)
  8. Δημ. Π. Πασχάλης, Ιστορία της Νήσου Άνδρου – Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2004 (τομ. Α σελ. 567)
  9. Δημ. Π. Πασχάλης, Ιστορία της Νήσου Άνδρου – Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2004 (τομ. Α σελ. 563)
  10. Εκλογικός κατάλογος 1844 Δήμου Άνδρου:

http://cyclades.eie.gr/psifiaki-archiothiki/eklogiki-katalogi/eklogikos-katalogos-dimou-androu-eparchias-androu-1844/

  1. Νικ. Βασιλόπουλος, Λατινοκρατία στην Άνδρο – Κάστρα, Πύργοι, Εκκλησίες & Φέουδα, Άνδρος 2015, σελ. 177
  2. Ν. Πετρόχειλος, Συμβολές στην Ιστορία της Άνδρου μέσα από τις επιγραφές και τα μνημεία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών 2007, σελ. 326
  3. Βαλμά Παυλώφ Ευδοκία, Ανέκδοτα Ανδριακά Έγγραφα της εποχής του Καποδίστρια (1828 – 1832), Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 1997
  4. Στ. Μαμαλούκος, Η αρχιτεκτονική του ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Άνω Κόρθι της Άνδρου, Η Βυζαντινή άνδρος (4ος – 12ος Αιώνας) Νεότερα από την αρχαιολογική έρευνα και τις αποκαταστάσεις των μνημείων, Ανδριακά Χρονικά 43, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 2016
  5. Δ. Βασιλειάδης, «Βυζαντινά μνημεία της Άνδρου: Ο ναός του Αγίου Νικολάου Κορθίου», Αρχαιολογική Εφημερίς 1960, σελ. 16-37
  6. Χαράλαμπος Πέννας, Αποκαταστάσεις στα βυζαντινά μνημεία της Άνδρου και νεότερα αρχαιολογικά τεκμήρια, Η Βυζαντινή άνδρος (4ος – 12ος Αιώνας) Νεότερα από την αρχαιολογική έρευνα και τις αποκαταστάσεις των μνημείων, Ανδριακά Χρονικά 43, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 2016
  7. Δ. Αντωνίου: Κατάλογος των Εκκλησιών της Νήσου Άνδρου (16 Αυγούστου 1833), Η Άνδρος μέσα από το αρχείο του Υπουργείου Παιδείας (1833-1850) Ανδριακά Χρονικά 20, Τόμος Α’ Εκκλησιαστικά, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 1993
  8. Ηλίας Κολοβός, Όπου ήν κήπος – Η μεσογειακή νησιωτική οικονομία της Άνδρου σύμφωνα με το οθωμανικό κτηματολόγιο του 1670 – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Καϊρειος Βιβλιοθήκη 2017
  9. Γ. Πάλλης, Η μεσοβυζαντινή γλυπτική ως πηγή για την τοπογραφία και την ιστορία της Άνδρου, Η Βυζαντινή άνδρος (4ος – 12ος Αιώνας) Νεότερα από την αρχαιολογική έρευνα και τις αποκαταστάσεις των μνημείων, Ανδριακά Χρονικά 43, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 2016
  10. Γ. Πάλλης, Εύανδρος – Χριστιανικά γλυπτά από το Επάνω Κάστρο της Άνδρου, σελ. 251 – 268, Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2009
  11. Ν. Πετρόχειλος, Η επιτύμβια στήλη του Ερμησίου Αλεξανδρέως, Άγκυρα, Δελτίο της Καϊρείου Βιβλιοθήκης, Άνδρος 2018
  12. A. Buchon, Atlas des Nouvelles Recherches Historiques sur la Principauté Française de Morée et ses hautes Baronies, Au Comptoir des Imprimeurs unis, Paris, πίνακας XL, σχέδιο 30, πίνακας XLI, σχέδιο 2 https://books.google.gr/books?id=xPJRAAAAcAAJ&printsec=frontcover&hl=el&source=gbs_ge_summary_r&cad=0&fbclid=IwAR1uhWtP40MnP9k2UJRab1F-elM91VuFSgDfwKVcduH6rMzqzK5zgVj95iI#v=onepage&q&f=false
  13. Ν. Βασιλόπουλος, Το λοξό γεφύρι των Αηδονίων και η Αρχοντική Στράτα:

https://androshistoria.blogspot.com/2015/08/blog-post.html

  1. Λίστα διατηρητέων μνημείων της Άνδρου – Αλάι της Βουργάρας:

http://listedmonuments.culture.gr/fek.php?ID_FEKYA=36

  1. Ελ. Δεληγιάννη Δωρή et al, Έρευνα και Ανασκαφή στο Επάνω Κάστρο Άνδρου, Το αρχαιολογικό έργο στα νησιά του Αιγαίου, Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο Ρόδος 2013, Μυτιλήνη 2017
  2. Δ. Πολέμης, Οι Αφεντότοποι της Άνδρου, Πέταλον 2, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 1995, σελ. 27
  3. Δημ. Π. Πασχάλης, Ιστορία της Νήσου Άνδρου – Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2004 (τομ. Α σελ. 138 – 140)
  4. Δημ. Π. Πασχάλης, Ιστορία της Νήσου Άνδρου – Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2004 (τομ. Α σελ. 141)
  5. Τίτος Π. Γιοχάλας, Άνδρος Αρβανίτες και Αρβανίτικα – Εκδόσεις Τυπωθήτω Αθήνα 2010

Αφήστε ένα σχόλιο