Νέα

Ο Ντανταρής, ο Κάσσαρος, ο Καλαμάτας και ο Τακούνης στο λάκκο με τα χέλια

Αν περπατήσεις φθινόπωρο, πριν τις πολλές βροχές, στο ποταμό τον Λειβαδιανό μέσα στους λάκκους του ποταμού  που υπάρχει ακόμα νερό μαζεμένο, θα παρατηρήσεις ότι είναι γεμάτοι με χέλια, που άμα πας πιο κοντά εξαφανίζονται κάτω από τα ξερά φύλλα.

Όσο δεν βρέχει και  η στάθμη του νερού κατεβαίνει, τα χέλια γίνονται σχεδόν μια κινούμενη μάζα και κάτι χρόνια πριν, βλέποντας το νερό να στερεύει είπα, εγώ ο πονόψυχος,  να τα σώσω και με μία απόχη γεμίσαμε  ένα κουβά από φέτα χέλια  και τρέξαμε και τα ρίξαμε πιο κάτω στο ποτάμι κοντά στη θάλασσα, σε λίγη ώρα ανέβηκαν όλα στην επιφάνεια ψόφια. Τα άλλα  στον λάκκο μέσα, όσο λιγόστευε το νερό , λιγοστεύανε και αυτά, ώσπου δεν έμεινε κανένα και όταν δεν έμεινε κανένα , θυμήθηκα ότι τα χέλια  κολυμπούσαν  μέσα στις φλέβες του νερού και έβγαιναν και μέχρι τη θάλασσα για αναπαραγωγή.

 

Οι παλιοί μπαξεβάνηδες που είχαν πηγάδια στα κτήματά τους, έπιαναν χέλια και τα πετούσαν μέσα στα πηγάδια τους ώστε στη προσπάθειά τους να φύγουν και να ταξιδέψουν καθάριζαν τις φλέβες του νερού και γέμιζαν τα πηγάδια πιο γρήγορα νερό.

Οι μπαξεβάνηδες ήξεραν επίσης ότι τα  χέλια είναι και πολύ ωραίος μεζές και σκαρφίζονταν διάφορα για να τα πιάνουν τις νύχτες στο ποτάμι, ο Βαγγέλης ο Κάσσαρος  έβαζε στο νερό ασβέστη και την ώρα που έβγαιναν τα χέλια στην επιφάνεια τα έπιανε , ο Αντώνης ο Καλαμάτας χρησιμοποιούσε θειάφι, άλλοι  ένα χόρτο από την Άβυσσο που το έλεγαν φούμο. Μια φορά ο Καλαμάτας και ο Δημήτρης ο Ντανταρής γέμισαν ένα μεγάλο καλάθι χέλια και την άλλη μέρα ήρθαν τα σόγια από το Γαύριο, οι Γιαννακαρώνηδες  να τα δοκιμάσουν τηγανητά  με  μπόλικο κρασί, ένα ποίημα!

Εγώ πήγα για χέλια μία με τον μπαμπά  Ζαννή και μία με τον θείο τον Γιώργη τον επονομαζόμενο Τακούνη στη Χώρα και  Έρολ Φλιν στα βαπόρια που πήγαινε καραβομαραγκός .  Ο θείος μου ήξερε την άλλη αξέχαστη μέθοδο για να πιάνεις χέλια.

Από το σημείο που πέφτανε τα νερά του νεροχύτη στο χώμα έξω από το σπίτι, σκάλιζε και μάζευε πολλά μεγάλα σκουλήκια που μετά με ένα ψαθί από τη σκούπα, σαν βελόνα ραψίματος, τα πέρναγε σε σπάγγο  μήκους 1,5 μέτρου και μετά αυτό τον σκουληκένιο σπάγγο το τύλιγε στα δάκτυλα και έφτιαχνε μία μπάλα στο μέγεθος  του τένις.

Όταν νύχτωνε καλά,  φεύγαμε από το σπίτι ,αλλά γιατί είχαμε και από ένα λούξ βαπορίσιο δεν κατάλαβα, στα σκοτεινά και προσεκτικά ξεκινούσαμε, μη μας δει κανένα μάτι και μας γρουσουζέψει την επιχείρηση, στα σκοτεινά στο ποτάμι πάλι φτάναμε μη μας δουν τα χέλια και φύγουν. Ο θείος έριχνε με καλαμίδι τη μπάλα στο ποτάμι και περίμενε το χέλι που όταν πήγαινε να γραπώσει τη σκουληκένια μπάλα  με ανοιχτά τα σαγόνια του, ούτε μπορούσε να την καταπιεί ούτε και να την αφήσει και με το τράνταγμα ο θείος το  πετούσε έξω και έτρεχα  εγώ να πιάσω το χέλι, που γλυστρούσε σαν χέλι και να το βάλω στον ντουρβά.

 

Αξέχαστος μεζές το χέλι ροδέλα στο τηγάνι, αλλά αξέχαστο και το δόλωμα με το σουβλιστά σκουλήκια, γι΄αυτό για χέλια δεν ξαναπήγα, προτιμούσα να πηγαίνω  με τον πάππου τον Βαγγέλη τον Πρώϊο και τον άλλο θείο ,τον Σωτήρη, πριν φέξει, στα βράχια του Πίσω Κάστρου και έξω από το Μαντράκι , να ρίχνουμε  τον πεζόβολο, ένα δίχτυ στρογγυλό με μολύβια γύρω γύρω, μέσα  στις λακκούβες  των βράχων και να πιάνουμε στα γρήγορα νηστικούς  κέφαλους και σάλπες.

Το ψάρεμα χελιών γίνεται μέχρι σήμερα, αλλά την ημέρα. Μου ‘χουν τάξει ένα μεζέ αλλά ακόμα που….

 

Βίντεο:

 

 

2 Σχόλια

  • Θησαυρούς ξαναφέρνεις στο φως Ευάγγελε. Σκέψου μιά συρραφή πολλών απ’ αυτά τα ανεκτίμητα που με μεράκι, κόπο και κυρίως χρόνο έχεις συλλέξει!

Αφήστε ένα σχόλιο