Νέα

Εικόνες του τοπίου (2) – Τα Γιάλια, του Γιώργου Σπέη

Τα Γιάλια

 Τα Γιάλια είναι το μέρος που καταλαβαίνει κανείς ότι βρίσκεται σε νησί, μπρος η θάλασσα προκλητική και πίσω ένας άλλος κόσμος κλειστός, απομονωμένος από τον ξένο, που σε προκαλεί να τον εξερευνήσεις, ανέλπιστος στις ανακαλύψεις όταν στο επιτρέπει.

Η θάλασσα απλώνεται με τις ιστορίες της που η φαντασία μπερδεύει  τόσο πολύ που κανείς ξεχνιέται ότι όλα αρχίζουν από τον κόσμο που βρίσκεται στη στεριά.  Οι θαλασσινές ιστορίες όλες μοιάζουν μεταξύ τους και όλες διαφέρουν γιατί οι κάτοικοι στους διάφορους τόπους διαφέρουν. Είναι αυτοί που τις έχουν ζήσει με τον πολιτισμό του τόπου τους, να τον κουβαλούσαν συνέχεια όσο μακριά και να βρέθηκαν, ναυτικοί ή μετανάστες. Πάντα όμως ο κοντινός και άμεσος κόσμος βρίσκεται  στην ακρογιαλιά και εκεί είναι η αρχή του ταξιδιού μας.

Τα Γιάλια, λοιπόν, είναι ένας μικρός κόλπος μέρος ενός μεγαλύτερου, αν περιληφθούν και τα Πίσω Γιάλια. Βλέπει βορειοανατολικά. Έτσι είναι αρκετά ανοιχτός στους βοριάδες. Ανάλογα πως φυσάει ο αέρας η άμμος μαζεύεται από τη μια ή από την άλλη πλευρά της παραλίας. Στη άκρη δεξιά υπάρχει μια μικρή σπηλιά που μπαίνεις από τη μια και βγαίνεις από την άλλη κολυμπώντας.

Παρ’ όλο που τα Γιάλια είναι το επίνειο των Στενιών, δεν ήταν και το κύριο λιμάνι της περιοχής. Έρχονταν τα ιστιοφόρα στα Γιάλια.  Στα Γιάλια άμα ήταν δύο βαπόρια μέσα δεν χωρούσε τρίτο και πήγαινε και φουντάριζε στο Νιμποριό. Πηγαίναν στη Ρωσία απάνω και φέρνανε στάρια. Ήμουνα παιδί, που φορτώναν στάρια στη Ρωσία και περνούσαν από δω. Ήτανε καπεταναίοι οι Αντριώτες και το πλήρωμα όλο, ναύτες θερμασταί και μηχανικοί ήτανε Αντριώτες. [Θεοχάρης Ραΐσης]

Όταν ένα βαπόρι Ανδριώτικο περνούσε από το νησί, οι οικογένειες έτρεχαν να δουν τους δικούς τους.

 Δεν θυμάμαι βαπόρια να ξεφορτώνουνε, αλλά μου έχουν πει ότι ερχόντανε καράβια εδώ. Μάλιστα ο πατέρας μου είχε μπαρκάρει κανα δυό φορές από δω που περνούσε το καράβι. Και μια φορά που έδεσε ένα καράβι το «Ειρήνη» Εμπειρίκου, είχε πάει ο θείος μου. Οι θείες μου δεν είχαν παιδιά, και η μια και η άλλη, και η μάνα μου είχε δυό κόρες. Είχα έρθει με τη θεία μου, γιατί δεν έβγαινε μόνη της, στο λιμάνι και περιμέναμε να περάσει το βαπόρι. Καθίσαμε έξω με το κρύο κουκουλωμένοι, και πέρασε το καράβι. Βγήκε ο θείος μου και μετά μπήκε μέσα, δεν ήταν τακτικά αυτό.

 Τα βαπόρια περνούσανε από τα Γιάλια και σφυρίζαν και βγαίναμε έξω. Ανάβαμε φωτιά γνέφαμε με το μαντήλι το κόκκινο, ο γιός μου πέρασε μια φορά. [Μαρία Αντώνογλου]

Έτσι το κύριο λιμάνι που πιάνανε τα ιστιοφόρα ήταν το Νιμποριό, κάτω από τη Χώρα. Εκεί έρχονταν τα βαπόρια και πιο πριν τα ιστιοφόρα και από εκεί με τα πόδια ή τα ζώα περνώντας την Αγία Τριάδα έφταναν στις Στενιές.

Παρ’ όλη την ανάπτυξη της ναυτιλίας η Άνδρος βρισκόταν έξω από τα ναυτικά κέντρα, που σταματούσαν τα βαπόρια για φορτία και προμήθειες.

 Τα βαπόρια δεν ερχόνταν εδώ για ανθράκευση, στη Σύρο και στη Τζιά πήγαιναν. Ένας Γεώργιος Κορκόδειλος είχε μάντρα ήταν συνεταίρος με ένα Κουμάνταρο στο  Πειραιά. [Γιάννης Κορκόδειλος] Ο Ανδριώτης Κορκόδειλος είχε μεγάλη ανθρακαποθήκη στην Σύρα με αντίπαλο τον Χιώτη Μιχαλινό, που ήλεγχε και την αποθήκη στη Κέα.

Αλλά και η συγκοινωνία με τα επιβατικά γινόταν από το Νιμποριό.

Τo Παντελής, Παρασκευή έφευγε. Έκανε 2 μέρες, 3. Θυμάμαι με τη βάρκα που πηγαίναμε. Και κάθε Κυριακή πρωί ερχόταν το Μοσχάνθη. Μόλις έσκαγε ο ήλιος σφύριζε το Μοσχάνθη. Έφευγε από βραδύς στις 6 από τον Πειραιά. Τούκου τούκου τούκου, έπιανε Σύρο, Τήνο, και τούκου τούκου την ώρα που έσκαγε ο ήλιος σφύριζε. Και κάθε Παρασκευή μετά ήταν το Παντελής. Είχε Κυριακή και Παρασκευή. Είχε όμως κάθε μέρα από το Γαύριο, από το Μπατσί, το Κωστάκης. Το Καρυστάκι από το Μπατσί έφευγε κι έπιανε Γαύριο, έπιανε και Κάρυστο. [Μαρία Ραΐση]

 Τότε το Μοσχάνθη έπιανε Κόρθι, Σινετί, αν ήταν κανένας, και μετά Χώρα. Το Παντελής, το Δέσποινα. Το Μοσχάνθη είχε τη μπίγια για την αγελάδα, το μοσχάρι, και με φασκιές το μεταφέρανε. Περίμενε η μεγάλη μαούνα από κάτω και τα έβγαζε έξω. Πήγαινε κοντά στο φανάρι, δεν έβγαινε μέσα. Και από τη Πλακούρα ξεκινάγανε οι βάρκες να μεταφέρουνε τον κόσμο. [Γιώργος Καΐρης]

 Τα πλοία που έφερναν τους τουρίστες ήτανε το Μοσχάνθη, ήταν πολύ παλαιά, το Παντελής (ήταν γύρω στο 49, το 50, 51). Όλα αυτά δέναν στη Χώρα και μετά αρχίσαν το Έλενα που δέναν στο Γαύριο. Καταργήσαν τη Χώρα κι έγινε το Γαύριο το λιμάνι.

 Αυτά τα βαπόρια είχαν το χάλι το μαύρο. Αυτό το Μοσχάνθη, ταξίδεψα όταν ορκίστηκα στρατιώτης, στο ναυτικό. Ήμασταν 64 από την Άνδρο. Εμπήκαμε όλοι μετά μεσ’ το Μοσχάνθη. Φύγαμε κατά τις 4 η ώρα το απόγευμα από τον Πειραιά, να πάει Σύρο, Τήνο, Μύκονο, Υστέρνια, Κόρθι, Χώρα, σχεδόν 24  ώρες μες το Μοσχάνθη, και θάλασσα…κακό…. Πρέπει να έφευγε 2 φορές την εβδομάδα. [Ελευθέριος Πολέμης]

Διάφορα σημεία στο κόλπο του Νιμποριού ήταν εκεί που έβγαινε ο κόσμος με τις βάρκες ανάλογα με τον καιρό αλλά κυρίως στη Πλακούρα.

 Ο πάππους του Κακλαμάνη [δημάρχου της Αθήνας] κάτω στις μαούνες δούλευε. Όταν είχε καιρό οι μαούνες άραζαν στο λιμάνι αλλά και στην Αγία Θαλασσινή. Στις Πλακούρες έδεναν πρυμάτσες με καλό καιρό. [Γιάννης Κορκόδειλος]

Αλλά το Νιμπορειό το έπιαναν οι καιροί. Έτσι, Όταν δεν μπορούσαν να ξεφορτώσουν εδώ πλοία πηγαίναν στο Χαλκιολιμνιώνα για πιο υπήνεμο και με τις βάρκες ή κάτι τράτες που ήτανε βγαίναν οι επιβάτες και τα εμπορεύματα. Και στο Μπατσί πήγαιναν αλλά εδώ στο Χαλκιολιμνιώνα ήταν πιο σύντομο. Όταν ερχόταν το βαπόρι, οι Πιτροφιανοί ήθελε να τρέξουν με τα ζώα τους για τ’ αγώγι. [Γιάννης Κορκόδειλος]

Στο Μεσοπόλεμο ακόμα υπήρχαν ιστιοφόρα, που έπιαναν στην Άνδρο, αλλά και η παλιά τέχνη του καραβομαραγκού εξακολουθούσε να υπάρχει ακόμα και στα Γιάλια.

 Ιστιοφόρα θυμάμαι μικρά αλλά δεν ήταν ποντοπόρα. Κάθε πρωί ερχόταν ένα καΐκι να φορτώσει στη Χώρα, εγώ ήμουν υπάλληλος στη Χώρα. Καΐκι με μηχανές. Με τη Κατοχή είχαν κτίσει και εδώ με ξύλα ντόπια. Ήταν ένας από τη Σύρο άριστος τεχνίτης, Χρυσολωράς λεγόταν, και είχε κάνει ένα καΐκι του Σιγάλα, ένα πέραμα. Ο ταρσανάς ήταν στο Συνοικισμό πιο μέσα. Δεν ήταν μόνιμο καρνάγιο, το οποίο το ‘ριξαν στη θάλασσα εδώ. Το 40 και δώθε. Αυτός ήταν και ξυλέμπορος, ξυλεία από δω πλατάνια, μουριές. Ήταν και ένας άλλος αλλά όχι τόσο πετυχημένος. Έκαναν και βάρκες. Και στα Γιάλια είχαν κάνει καΐκι, ο πατέρας του Σαμιωτάκη, ο πάππους του και ήταν με καλή ξυλεία. Του Σιγάλα δούλεψε και μετά τη Κατοχή πολύ. Εγώ είχα αγοράσει ένα μουλάρι και μια φοράδα από το Περιστέρι και τα έβαλα σ’ αυτό το καΐκι και τα έφερα. [Γιάννης Κορκόδειλος]

Η θάλασσα όμως ήταν και ο δρόμος της μετανάστευσης, κυρίως στην Αμερική, όπου σήμερα βρίσκεται μεγάλη κοινότητα των Ανδριωτών. Τα πιο παλιά χρόνια οι περισσότεροι γύρισαν πίσω φέρνοντας λεφτά και ζώντας παράξενες ιστορίες.

 Στην Αμερική φύγαν το 1903 με 10. Ο πάππος πήγε στην Αμερική και δούλεψε σε βυρσοδεψείο στο Hoboken και γύρισε και αγόρασε τον πύργο. Ο Βενιζέλος είπε όποιος δεν γυρίσει πίσω να καταταγεί, θα δημευθεί η περιουσία του. Ο πάππος φοβήθηκε ότι θα του πάρουν το χωράφι του και γύρισε στον Πειραιά και από εκεί κατευθείαν στο μέτωπο.  [Τάσος Χαλάς ]

 Ο πατέρας μου ήταν κατεξοχήν ναυτικός. Τον θυμάμαι σ’ ένα υπερωκεάνιο της  Εθνικής Ατμοπλοίας, το Κωνσταντινούπολις. Πήγαινε Πειραιά Αμερική, όταν ήμουν 10 χρονών. Δεν ξέρω πόσα χρόνια ταξίδεψε και μετά βγήκε στην Αμερική. Είχε αδέλφια στην Αμερική, τον έπεισαν που έχουμε δουλειές. Επί 13 χρόνια το 24-25, επέστρεψε το 37. Ήταν πολύ εργατικός και διορατικός και ζήσαμε.  [Γιάννης Κορκόδειλος]

 Οι Αμερικάνοι, σκαστοί από το καράβι, ήταν πολλοί αυτοί. Μετά από τον πόλεμο φύγαν πολλά παιδιά, γιατί είχαν παρατήσει το Γυμνάσιο. Ο αδελφός μου πήγε 17 χρονώ.  [Ελευθέριος Πολέμης ]

Τα ταξίδια με τα καΐκια άρχισαν με το εμπόριο των λεμονιών. Έτσι οι Ανδριώτες έφτασαν γρήγορα στη Ρουμανία, απ’ όπου υπάρχουν κάποιες μνήμες.

 Ταξιδεύανε το καλοκαίρι. Φεύγαν όταν αγιαζόταν τα νερά, της Βαπτίσεως  ήταν, εδώ τα καΐκια, εδώ στο λιμάνι. Και φεύγαν τα καΐκια και πηγαίνανε λεμόνια στη Ρουμανία. Λεμόνια το χωριό είχε πολλά, οι Στενιές και η Άνδρος. Περνούσαν το Τσανά Καλέ, μας έλεγε τώρα και η γιαγιά μου, του πατέρα μου η μάνα. Και πηγαίναν και γυρίζανε πάλι. Ταξιδεύαν, άμα ερχόταν ο χειμώνας δένανε τα καΐκια και ήταν οι ναυτικοί, και κάναν το βράδυ τις βεγγέρες στα σπίτια.

 Είχα ένα θείο και έμενε. Μεγάλωσε στη Ρουμανία. Και οικογένειες πολλές εδώ πήγανε στη Ρουμανία. Και νοικιάζανε αμπέλια και τα φυλούσανε, τα πακτώνανε και τα πουλούσανε. Ερχόνταν τα καΐκια, παίρναμε σταφύλια από κει, ρακί φέρνανε δεν ξέρω. Πάντως πηγαίνανε και φυλάγανε τα αμπέλια. Ο θείος μου ήτανε μικρό παιδί και πήγαινε και φύλαγε τα αμπέλια με έναν άλλο. Πολύ μικρά τα καημένα και πηγαίνανε με το κάρο, δεν είχαμε αυτοκίνητα τότε, με τα πόδια. Ο θείος μου πηγαίναν τα καΐκια και παίρναν το λεμόνι και το πήγαινε στα μαγαζιά και το πουλούσε, έμπορας. Ο παππούς μου ήτανε ναυτικός, ερχότανε φορτώνανε λεμόνια από δω, μπορεί να παίρνανε και αλεύρι και κρεμμύδια αλλά συνήθως λεμόνια, πολλά λεμόνια. [Μαρία Αντώνογλου]

 

Στο Νιμπορειό όμως υπάρχει και μια περίεργη ιστορία:

 Ήρθαν να ληστέψουν το μετάξι. Ήταν το καλύτερο μετάξι της Μεσογείου και ερχόταν εδώ οι Γάλλοι και το παίρναν. Μια δόση μαζευτήκανε δυο τρεις από την Άρνη και ήρθαν εδώ να ληστέψουνε το χώρο. Μαχαιρώσανε κανά δυό και τους ξεπαστρέψανε. Ο τρίτος δεν πέθανε αμέσως. Έπεσε κάτω αιμόφυρτος και είχε γνωρίσει ποιοί ήταν οι φονιάδες. Είπε ποιός ήταν ο φονιάς, ο μεγάλος Χέλμης, λεγότανε. Έδωσε στοιχεία και τους πιάσανε. Έφεραν από τη Σύρα τη λαιμητόμο εδώ κάτω, πάνω από το λιμάνι στο Νιμπορειό. Στήσαν τη λαιμητόμο και τη κεφαλή στον τουρβά. [Ιπποκράτης Πολέμης]

Μια άλλη εκδοχή αυτής της ιστορίας:

 Στ’ Απροβάτου έβαλαν τα παιδιά του Βολίκα ότι έχει θησαυρό. Τους έλεγε αυτός πηγαίνετε στα αμπέλια να σκάψετε για θησαυρό. Και πήγαν αυτοί στα αμπέλια αλλά δεν βρήκαν θησαυρό και έβαλαν έναν κάποιο Γαλιό και το σκότωσε το γέρο. Αυτά τα έχω ακούσει δεν τα έχω ζήσει. Αυτά ήταν επί Όθωνος. Έγιναν ανακρίσεις και κατεδικάσθει να του κόψουν το κεφάλι, ήταν η λαιμητόμος στο Ναύπλιο. Και δέχθηκε αυτός να γίνει δήμιος στο Παλαμήδη και του χάρισαν τη ζωή, του Γαλιού.

Υπήρχε ένα γαλλικό βυρσοδεψείο, το είχε μια γαλλική εταιρεία. Λοιπόν σ’ αυτό το βυρσοδεψείο έγινε μια ληστεία έκλεψαν τη φάμπρικα, έτσι την έλεγαν τότε, και ‘κάναν και φόνους. Απεδώθησαν οι φόνοι σ’ ένα Αρβανιτογιάννη, Ιωάννης Χέλμης λεγόταν. Αυτός ήταν από την Κατάκοιλο, κατά τη μάνα μου έλεγε πως ήταν πολύ καλός άνθρωπος και τον έβαλαν άλλοι να κάνει το έγκλημα και ‘φέραν εδώ την λαιμητόμο και του έκοψαν το κεφάλι. Το βυρσοδεψείο ήταν δίπλα στο ποταμάκι, ένα μακρύ. Μετά το είχε αγοράσει ο Κανάκης και μετάξι κατεργάζονταν, αυτό επί Όθωνος, είχαν βγάλει και τραγούδι. Ο Πασχάλης το έχει γράψει. [Γιάννης Κορκόδειλος]

Και μια ιστορία που πρέπει να είναι παραφθορά της προηγούμενης.

 Θυμάμαι, μόνε, που μου είχε πει ένας θείος μου εδώ στο εργοστάσιο από ‘ξω, ήτανε μια κρεμάλα και κρεμάσαν έναν άνθρωπο, ο οποίος ήτανε το ’10, το ’15, στον άλλο πόλεμο, μπορεί και πριν ή μετά. Αυτός έκλεβε και ήταν παράδειγμα. Πήρε πρώτα- πρώτα της μάνας του ένα αυγό. Δεν είπε η μάνα του τίποτα. Μετά παίρνει κάτι άλλο και δεν είπε τίποτε. Τον βάλανε φυλακή στη Σύρο. Έρχεται διαταγή επειδή είχε κλέψει πολλά να τον σκοτώσουνε. Ο θείος μου ήτανε μικρός. Βάλαν την κρεμάλα και τον εκαθήσανε και του λένε, τι θέλεις, η τελευταία σου επιθυμία. Να ‘ρθει η μάνα μου, να της πως… Και σκύβει η μάνα του και της έκοψε το αυτί, γιατί όταν τα ‘παιρνα δεν με μάλωνες, τώρα με σκοτώνουνε, έπρεπε να με μαλώσεις…Της έκοψε το αυτί και μετά τον σκοτώσανε, στην κρεμάλα. Ο θείος μου ήτανε μπροστά. [Μαρία Αντώνογλου]

Αυτή όμως δεν ήταν η μόνη ιστορία με φονικό από τα παλιά:

Το φονικό στου Υψηλού. Το είχε γράψει κάποιος στις εφημερίδες. Είχε σκοτώσει κάποιος δύο γυναίκες, που μου φαίνεται καταγόταν από του Κοχύλου, την μια την ερωτευόταν αυτός, τον περιγελούσαν. Και σε ένα πανηγύρι στου Υψηλού, του Αγίου Συμεώνος, είχαν έρθει αυτοί και αυτός του ‘ρθε τρέλα και τις ξεκοίλιασε στο δρόμο. Και μετά σε κανά δυο μέρες αυτός πνίγηκε σε μια δεξαμενή. Θα ‘μουν αγέννητος. [Γιάννης Κορκόδειλος]

 

Η άγρια θάλασσα της περιοχής είχε αφήσει μνήμες από ναυάγια.

 Θυμάμαι ένα ναυάγιο το 1935 με 36, μια σκούνα  μεγάλη φορτωμένη με πυρήνα, δεν ξέρω από που ερχότανε, και φύσηξε τέτοιος ισχυρός βοριάς και του ‘κοψε τις αλυσίδες και το ‘φερε… Eπνίγησαν και άνθρωποι. Του ‘παν του καπετάνιου οι παλιοί καπετάνιοι, που ήταν εδώ, καπετάνιο φέρ’ το μέσα. Αυτός το θεωρούσε υποτιμητικό και τ’ άφησε επάνω στον καιρό. Σκαμπανέβαζε το καΐκι, του ‘κοψε τις αλυσίδες και γέμισε εδώ με πυρήνα και μέχρι μέσα τους μπαξέδες γέμισε με ξύλα.  Μάλιστα τότε, είχε πέσει επιδημία τύφου από κακή αποχέτευση και στο σπίτι μου ήταν τότε και άλλοι άρρωστοι. Ήταν ξένο καΐκι, ποδισιάρικο, φουντάρησε με τις άγκυρες. Του παν οι άλλοι φέρ’ το γιαλό αλλά αυτός είπε αυτό δεν έχει ανάγκη. Το βούλιαξε, το διέλυσε, στο Παλιόσκαλο, μπροστά στο λιμάνι. Τα ξύλα τα πήγε μέχρι μέσα το ποτάμι. [Γιάννης Κορκόδειλος]

 

 Πίσω από το ακρωτήριο είναι το ναυάγιο του Αντώνιος. Πίσω από τη Πούντα στα 30 μέτρα. Σε 10-15 μέτρα βάθος, φαίνονται οι σκαρμοί του πλοίου. Ήταν Ανδριώτικο. Υπολογίζω το 15 το έριξε όξω ο καιρός.

 Υπάρχει άλλο τοπωνύμιο δίπλα στο Αντώνιος, το λέμε Παλαμαρδέτη, και υπάρχουν σιδερένια δεσίματα. Ήταν ένα ιστιοφόρο στα Πίσω Γυάλια και έπεσε έξω από καιρό. Αυτά τα βγάζανε, ήταν ατύχημα όχι ναυάγιο. [Γιάννης Μπουλμέτης ]

Η μόνη ελπίδα για σωτηρία όταν τα πράγματα ζόριζαν ήταν ο Άγιος Νικόλας.

 Είχα άγιο τον Αη Νικόλα και η γυναίκα μου, μου έστελνε το στάρι που κάνει το Αγίου Νικολάου σε φακελάκι. Άμα είχε θάλασσα, χάση κόσμου, και έριχνα στην πρύμνη δυό σπυριά στάρι η θάλασσα γινόταν γιαούρτι. Το είχα προσέξει. Αλλά αν είναι κάτι να το πιστεύεις. [Δημήτρης Ζαννάκης]

 

Οι ναυτικές ιστορίες του ναυτότοπου των Στενιών είναι συνυφασμένες με άλλους τόπους πέραν της Άνδρου από εκεί άλλωστε ήρθε και ο πλούτος στο νησί παρ’ όλους τους κινδύνους.

 Ο θείος της μητέρας μου είχε πνιγεί σε ιστιοφόρο στη Προποντίδα, τους έριξε έξω κακοκαιρία. [Γιάννης Μπουλμέτης  ]

 Πέρασε από εδώ ο πατέρας του Εμπειρίκου, είχαν ιστιοφόρο, και είπε θα το πάρω το παιδί μαζί μου, ήταν 14 χρονών. Και λέει η μάνα του όχι και λέει αυτός τι θα τον κάνω Καϊρη; Και τον πήρανε μαζί και κάνανε ένα ταξίδι. Φορτώσανε μυλόπετρες από τη Κρήτη, ήταν οθωμανική αυτοκρατορία, για τη Μασαλλία. Και πήγανε στη Μασαλλία, θυμόταν ο πάππους τότε ο Γιαλούρης, και φορτώσαν από εκεί τσιμέντο σε σιδερένια βαρέλια, το πρώτο τσιμέντο, στην αρχή του 1900 με ιστιοφόρο για τον Πειραιά. Ένα μήνα κάνανε. Συναντήσαν ένα Ιταλικό μπρίκι και του λέει, οι έλληνες ξέραν ιταλικά, του λέει ο Αντριώτης καπετάνιος του Ιταλού, πως τον βλέπεις τον καιρό. Λεβάντε λαμπάτο, Πονέντε λεβάντο, δηλαδή στη Ανατολή θα φυσήξει η Δύση. Και μείνανε από φαγητό και συναντήσαν ένα τουρκικό της Αλβανίας και βάλανε τη σημαία μετζάστρα, μεσίστια, ότι έχουνε πρόβλημα. Και τους ρίξαν ένα κομμάτι ζάχαρη, μεταξύ των άλλων, που ήταν σα παγοκολώνα. Και όταν φτάσαν στο Γύθειο είχε φτάσει ο Ιταλός. Είχε βάλει τον ανεμόμυλο και τραβούσε σεντίνες, απόνερα. [Γιάννης Μπουλμέτης ]

 

 Να σκεφθείτε ότι εγώ έφυγα στον Πειραιά 18 χρονώ, όταν τελείωσα σχολείο. Πέρασα τους γιατρούς στη Χώρα. Έβγαλα το φυλλάδιο και μετά έφυγα, να μπαρκάρω. Απομόνωση εντελώς, τα νησιά ήτανε ιδιότυπες κοινωνίες οι οποίες ήτανε επαρκείς σε όλα, ήταν αυτάρκεις. Ελάχιστα πράγματα θέλανε. Τώρα βέβαια, υπήρχανε γιατροί της πλάκας, αλλά γενικώς όλη η Ελλάδα ήταν έτσι.

 Ο Πειραιάς με φόβισε, πράγματα, αυτοκίνητα, φασαρία. Με φόβισε γιατί ήμουν εκεί για να βρω δουλειά. Ώσπου να βρω δουλειά, στενοχωρήθηκα πάρα πολύ, ώσπου να δω τι θα κάνω. Μετά μπαρκάρησα, έφυγα ένα δρομολόγιο στο Μόντεβιδέο κάτω. Μας πήγε από τον Πειραιά με το πλοίο στο Μπρίντεζι και μετά από το Μπρίντεζι να πας με το τραίνο πάνω στο Άμστερνταμ. Είχαμε σταμνιά πάρει μαζί μας για νερό από τον Πειραιά. Τα τραίνα αυτά δεν είχαν τίποτα. Οι παλαιοί ναυτικοί ξέραν τα μέρη αυτά που είχαν κοντά βρύση, πχ. σταθμός στο Βελιγράδι, να τρέξουμε όλοι από πίσω να γεμίσουμε. Θυμάμαι ότι ήταν τόσος ο κόσμος που ήταν μέσα σε αυτό το τραίνο, που δεν είχαμε θέση για να καθίσουμε. Πήγαιναν τότε οι πιο μεγάλοι να καθίσουν και πηγαίναμε εμείς τα πιο νέα παιδιά, οι πρωτόμπαρκοι ήμαστε όρθιοι, στο διάδρομο. Δεν μπορούσες να καθίσεις, σε πατάγανε όπως περνούσανε. Το μόνο σημείο που μπορούσες κάπως να κοιμηθείς  ήτανε το σημείο που ενώνονταν τα 2 βαγόνια. Εκεί,τα πόδια σου ήταν στο ένα βαγόνι και το κεφάλι σου στο άλλο. Το σώμα σου πήγαινε όπως έτρεχε το τραίνο στα 2 βαγόνια αλλά ήταν τόση η κούραση.

 Για ένα νέο της εποχής δεν υπήρχε διέξοδος άλλη από το να μπαρκάρει. Εγώ ήμουν πολύ καλός μαθητής και μου άρεσε να σπουδάσω, αλλά δεν μπορούσε ο πατέρας μου. Η μόνη ανέξοδος διέξοδος ήταν να πας στη θάλασσα. Τα παιδιά που δεν βγάζαν το Γυμνάσιο και γινόνταν καμαρότοι, μάγειροι ή στη μηχανή πηγαίνανε λαδάδες, ή δεν ξέρω τι άλλο. Όσοι βγάζανε Γυμνάσιο μερικοί είχαν στον ήλιο μοίρα, επήγαν και σπουδάσανε. Αυτοί που μέναν πίσω σίγουρα κάποιο θέμα θα είχανε ή θα είχαν θέμα υγείας, δεν θα βλέπανε καλά, ελάχιστοι οι οποίοι, είχε ο πατέρας του κάποιο επάγγελμα,  ένα μαγαζάκι, ένα καφενείο. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που μείναν πίσω σε σχέση με αυτούς που φεύγανε. Πολλοί που πήγαν στη θάλασσα τα παρατήσανε. Κι ήταν με τα γράμματα, κάθε μάνα, κάθε αρραβωνιαστικιά, γράμματα κρυφά.

 Στις Στενιές ήταν ένας, ο Λούης, ταχυδρόμος,  έφερνε πάρα πολλά γράμματα. Ήταν το χωριό μεγάλο, κι αυτός τους είχε συνηθίσει όλους, δώσε μου να σου δώσω το γράμμα. Και στις κοπελιές έπρεπε να το πάει κρυφά, για να μην ειδοποιηθεί ότι η τάδε πήρε γράμμα από τον τάδε. [Ελευθέριος Πολέμης ]

Η ναυτιλία της Άνδρου ξεκίνησε στα τρία βασικά ναυτικά μέρη, τη Χώρα, τις Στενιές και τα Αποίκια. Με την ανάπτυξη της ατμοπλοΐας, η υπόλοιπη γεωργική Άνδρος μπήκε και αυτή στα βαπόρια. Τα τρία αυτά ναυτικά μέρη είχαν ανταγωνισμό στην ναυτοσύνη και αυτό φαίνεται από:

 Ακόμα και τώρα που έχουμε (οι Αποικιανοί), στη ναυτιλία, εγώ είχα την ικανότητα την τύχη και βγήκα πολύ μικρός από τη θάλασσα. Ήμουν αρχιπλοίαρχος σε μια εταιρεία, χωρίς να με ξέρουν, χωρίς τίποτα, είχα όλα τα προσόντα και με πήρανε κι από κει εξελίχθηκα στη θάλασσα μέσα. Εδώ απ΄ τ’ Αποίκια τα παιδιά, βγήκαν πάρα πολλοί αρχιπλοίαρχοι και πολλοί αρχιμηχανικοί. Πολλοί έχουν εξελιχθεί και έχουν γίνει μικροεφοπλιστές. Από τις Στενιές πάμπολλοι, από τη Χώρα τίποτα. Εγώ έτρεχα να αρμέξω και μετά να είμαι κάτω στη Χώρα στις 8 παρά 15’ η ώρα. Αυτοί κοιμόνταν, ήταν με πρησμένα τα μάτια και δεν είχαν επιτυχίες στο ναυτιλιακό τομέα οι Χωραϊτες, καθόλου. Πάρα πολλοί λίγοι κατάφεραν να γίνουν αρχιπολοίαρχοι και αρχιμηχανικοί. Τα χωριά ναι, η Χώρα όχι. Τους λέγαμε Καστριανούς εκείνοι πάλι μας έλεγαν χωριάτες. Δεν μας είχαν σε εκτίμηση, αλλά πάλι στις επιδόσεις, ήταν κάτω τουλάχιστον στις τάξεις τις δικές μου και στις άλλες τάξεις. Βέβαια είχε και πολύ καλούς μαθητές. Οι Στενιές επίσης, οι Στενιώτες ήταν ιδιαίτερη ράτσα δεν είχαν με τους Χωραϊτες επαφές, ούτε με τους Αποικιανούς. [Ελευθέριος Πολέμης ]

 

Η θαλασσινή περιοχή των Στενιών απλώνεται πιο βόρια μέχρι τον κάβο που στρίβει για τα Άχλα με μικρούς όρμους αλλά και ένα μικρό νησί, τη Θεοτόκο.

 Στη Θεοτόκο στο τέλος του καλοκαιριού πριν βρέξει έχει νερό και πάει στη θάλασσα. [Γιάννης Μπουλμέτης]

 Η Θεοτόκος είναι νησάκι, το 1970 εκεί γύρω,  είχε έρθει ο θείος από την Αμερική, αδελφός της μάνας μου, λεφτάς, κάτι είχε. Τη Νιότριτη γιορτάζει αυτή η εκκλησούλα στο βράχο. Πάμε στη Θεοτόκο. Είχα παραγγείλει δυο βαρκάρηδες Στενιώτες να μας πάρουνε να πάμε στη λειτουργία πάνω στο βράχο μετά να γυρίσουμε να μας βγάλουνε στη Θεοτόκο πάλι πίσω. Έγινε. Πήγαμε απάνω. Μέχρι να απολύσει η εκκλησία η λειτουργία έβγαλε καιρό, άσχημο καιρό. Το νησάκι αυτό κάτω- κάτω έχει μια φυσική πλατφόρμα και πάνε οι βάρκες κοντά. Έπιασε ο καιρός που να πας. Αντί να ‘ρθούν οι δυο βαρκαραίοι οι Στενιώτες και οι δύο, ήρθε ο ένας. Μπήκαν καμπόσοι μέσα. Έμπαζε νερό, να πνιγούνε. Τρεις από μας, εγώ και άλλα δυο παλικάρια μείναμε επάνω. Κάναμε στην νοτινή πλευρά του νησιού βγάλαμε τα ρούχα. Μείναμε με το σώβρακο. Με το λουρί τα δέσαμε σφικτά, τα περάσαμε στο χέρι μπροστά και πέσαμε στη θάλασσα. Θάλασσα παγωμένη όχι σαχλαμάρες, έχει και σκύλοι εκεί. Βγήκαμε απέναντι, με τη ψυχή στα δόντια, στα βράχια, πιο ανατολικά από το αμμουδάκι. Πάθαμε κράμπα και  κρύο. Πήγαμε σ΄ ένα κελί, ένα κονάκι από πάνω ανάψαμε φωτιά, στεγνώσαμε τα ρούχα μας, ντυθήκαμε. Μας βγήκε γούρι εκείνη την ημέρα, πως δεν πνιγήκαμε, πάλι καλά. Στο νησάκι είναι Παναγία η εκκλησία. Είναι άγριο πολύ με γκρεμούς από κάτω. [Ιπποκράτης Πολέμης]

Στην ίδια περιοχή με τη Θεοτόκο είναι ο Πλάτανος και το Βρυσάρι. Οι Στενιές υποφέρανε πολύ στην Κατοχή γιατί πριν είχαν όλες τις ανέσεις και δεν κόβανε ξύλα. Φορτώναμε ξύλα από τη Θεοτόκο και πήγαινε από κάτω  στον Αη Γιάννη το Βρυσάρι, που είναι κάτω από τον Αη Νικόλα, από κάτω μεριά. Είναι εκεί ο Αη Γιάννης ο Χρυσόστομος και είναι μια βρυσούλα, το Βρυσάρι και πάει από κάτω ο δρόμος. Ο Πλάτανος από εκεί αρχίζει και πάει κάτω. Υπήρχε ένας πλάτανος. Το εκκλησάκι είναι Στενιώτικο. [Ιπποκράτης Πολέμης]

 

Η θάλασσα όμως όπως είπαμε ήταν η μια όψη άλλωστε το νησί ήταν κατά βάση αγροτικό  που άρπαξε την ευκαιρία όπως φαίνεται στα  τέλη του 18ου αιώνα με τις ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν. Ποτέ όμως οι κάτοικοι ακόμα και οι ναυτικοί δεν εγκατέλειψαν τις ασχολίες της στεριάς. Το χειμώνα δεν ταξιδεύανε λέγαν Σταυρού δέσε Σταυρού λύσε. 14 Σεπτεμβρίου και πάλι την άνοιξη.

 Αγρότες, όλοι έχουμε περάσει από βαπόρι και μετά από το Β’ παγκόσμιο πόλεμο είχαμε γίνει χειρότεροι από τους Αλβανούς. [Λεωνίδας Στεφάνου]

 Οι ναυτικοί ήταν και γεωργοί. Το κάθε σπίτι εκτός από τη θάλασσα, εκτός από τον κήπο του με τα δέντρα, είχε και τα οπωροκηπευτικά, είχε το αμπέλι του , είχε και το κλείσμα του, εκεί είχε τις κατσίκες του, το γουρούνι ήταν κοντά στο σπίτι. Η σύζυγος είχε αυτά τα λίγα, το κήπο, τα δέντρα, το αμπέλι, αν πας το πρωί στη θάλασσα όλο το βουνό είναι αιμασές. Το κρασί είναι από πάνω από 10 ποικιλίες. [Γιάννης Μπουλμέτης]

 Και οι εφοπλιστές όταν έδεναν τα βαπόρια δεν είχαν ανάγκη, είχαν τα κτήματά τους και ζούσαν. [Γιάννης Κορκόδειλος]

Πάντα υπήρχε ο τρόπος να συνεχίσουν. Σ΄ αυτό έπαιξαν μεγάλο ρόλο, αν και ξεχασμένο, οι γυναίκες. Ήμουν ναυτικός. Εδώ είχα δύο αγελάδες, δυο τρια μοσχαριά, ένα γαϊδουράκι και ένα μουλάρι. Η γυναίκα μου πάενε κάτω στα Απατούρια με τα πόδια [από τους Κατακαλαίους], μετά πήρα ένα γαϊδουράκι και ένα μουλάρι. Έκανα ζευγάρι εδώ, σπέρναμε εκείνα τα χρόνια, κριθάρι, στάρι, απ’ όλα. Έκανα ρακί κερνούσα κιόλας. [Νίκος Τριανταφυλλάκης]

 Μετά όταν ‘γίναν ναυτικοί ή γυναίκα γινόταν και γυναίκα και άντρας, δύο ρόλους. Να μεγαλώσει τα παιδιά της, να πάει στο κτήμα, να γράψει γράμμα, να ακούμε τη σφυρίχτρα του διανομέα να τρέχουμε και έλεγα να τρέξω και θα έχω γράμμα; Και επειδή ήταν έμπιστος του δίναμε και το γράμμα να το ποστάρει. Άλλα τα χρόνια.

Του ναυτικού το σπίτι το κουμάντο το είχε η γυναίκα. [Δημήτρης και Μαρίκα Μαργέτη]

Η γυναίκα όμως είχε πολλούς περιορισμούς.

 Κατεβαίναμε στα Γιάλια πολύ. Κολυμπούσαμε. Για να πάνε οι γυναίκες πηγαίναν πρωί στα Πίσω Γιάλια, που ‘ναι κάτι γούρνες, φορούσαν ένα κομπινεζόν. Βρεχότανε καλά- καλά και μετά πάλι ντυνόταν μάνι- μάνι, να μην τις δούνε οι άντρες. Άμα ήταν άντροι τις βλέπανε…[Μαρία Αντώνογλου]

 

Δίπλα στη θάλασσα στα Γιάλια συνεχίζει το υγρό στοιχείο μέσα στη στεριά, είναι η λίμνη, που φτιάχνει ο ποταμός. Ολοχρονίς έχει νερό και έτσι μια πλούσια υγρή ζωή τραβά, όπως πάντα τραβούσε, το ενδιαφέρον. Νεροχελώνες, πάπιες, χήνες, που αμέσως φαίνονται, αλλά και πιο κρυμμένα, τα χέλια, όταν τα νερά είναι διάφανα!

Κάποια εποχή αν ανοίξεις ένα βαθύ αυλάκι στη λίμνη κάτω στη θάλασσα φεύγει το νερό και μένανε τα χέλια. Κάποια φορά το χρόνο οι Στενιώτες αδειάζανε το νερό και μαζεύανε τα χέλια αλλά και τα παιδιά με τα πιρούνια. [Γιάννης Μπουλμέτης ]

Τα χέλια όμως ακολουθούσαν ανάποδα τον ποταμό μέχρι ψηλά.

 Πιάναμε τον ποταμό και πηγαίναμε ποταμό- ποταμό επάνω. Πιάναμε καβούρια. Χέλια είχε όλος ο ποταμός. Μικρός όταν ήμουνα είχα ένα φίλο και πηγαίναμε κάτω στα Απατούρια, ήτανε του παππού το σπίτι εκεί, ο παππούς του ήτανε, παπάς Βόνης λεγότανε. Και εκεί όπως πηγαίνει ένα ρέμα κάτω ήταν γεμάτο χέλια, χέλια πολλά. Τα πιάνανε αδειάζοντας τη γούρνα με μπουγέλα και τα καμακιάζανε. [Θεοχάρης Ραϊσης]

Τα ρέματα είχαν χέλια, πιάναμε. Εδώ μιας βρύση παραπάνω έπιανα χέλια. Τα χέλια στα ποτάμια ήταν μέσα σε λιμνούλες, γούρνες, άδειαζαν το νερό μ’ ένα κουβά και φαινότανε τα χέλια και τα πιάναμε.  Εδώ στη βρύση παραπάνω είχε χέλια καλά  χοντρά. Όταν έβγαινε το νερό είχαν ένα πιρούνι και το κάρφωναν και το πιαναν. Ένας από τους Κατακαλαίους, Μακρύ τον έλεγαν, Στεφάνου, τσοπάνηδες ήταν, μια φορά είχε πιάσει στο ποτάμι κάτω. Τηγανητά τα κάναν, ήταν γλυκά. [Γιάννης Κορκόδειλος]

Η πλούσια βλάστηση της κοιλάδας και τα πολλά νερά ήταν τόπος για διάφορα άλλα υδρόβια και μη ζώα. Πάνω απ’ όλα τα φίδια. Έτσι υπάρχουν διάφορες ιστορίες πάνω κάτω στη κοιλάδα με διάφορα φίδια, έφιος, σκολίδα, αμπελού, φουρνοφάισα.

 Όταν ήμουνα μικρός πηγαίναμε στη Πιθάρα και καραβίζαμε, είχαμε καραβάκια. Είχε φίδια πολλά έχιδνες πολλές. [Θεοχάρης Ραϊσης ]

Ένας γάιδαρος πάτησε μια σκολίδα, ένα φιδάκι, και το σκότωσε. [Περικλής και Δανάη Αθανασίου]

 Τα φίδια ήταν αρκετά επικίνδυνα και έτσι τα αντιμετώπιζαν.

 Η φουρνοφάισα έχει δηλητήριο, το κεφάλι της είναι δυό φορές σαν το ποτήρι ήταν δυο μέτρα, μαύρη, είχε και κάτι πιτσιλιές επάνω.

 Φίδι μεγάλο είδα εγώ επάνω στο βουνό. Ήταν ο πεθερός της κουμπάρας, έσπερνε στο βουνό ψηλά επάνω, είχε και κατσίκες. Έκανε ένα γομάρι στάχια κριθάρι ήταν, σιτάρι ήτανε, δεν θυμάμαι, για να το πάει στο αλώνι. ‘Ήτανε πιο χαμηλά άρμεγε τις κατσίκες μέσα σ’ ένα τουλούμι από ρίφι μικρό και το έβαζε μέσα σ’ ένα ντουρβά, ένα σακούλι από δέρμα κατσίκας, και το έβαζε στη πλάτη έπαιρνε και το γομάρι στη πλάτη και έφευγε. Ήταν ένα ξερόρεμα και είχε κήπο μέσα και άκουγε ένα πράγμα και σφύριζε μέσα και βλέπει ένα τόσο μακρύ και τόσο χοντρό. Πως να το σκοτώσει δεν είχε ξύλο  μακρύ, είχε το μιγκάρι. Το φίδι σηκωνόταν επάνω, αλλά του έδωσε μια στο κεφάλι και το σκότωσε. Άμα το είδα εγώ τρόμαξα, οι πέτρες όπως τις είχε βάλει στη παραβολή ήταν βαμμένες από το άλειμμα του φιδιού χρόνια μετά. Η σπονδυλική του στήλη ήταν σαν το δάχτυλό μου χοντρή, τέτοιο φίδι. Είχε καφέ χρώμα δεν ήταν φουρνοφάισα ούτε οχιά.

 Η αμπελού έχει γκρί χρώμα και κόκκινο. Ανοιχτή η πόρτα και είχε μπει στο σπίτι. Είναι δηλητηριώδες.

Ο έφιος είναι το καλό φίδι του σπιτιού. Τρώνε τα ποντίκια δεν τις σκοτώνουμε. [Θεοχάρης Ραϊσης]

 

 Την εποχή πριν πάει η αδελφή μου στην Αμερική, ήτανε μια γειτόνισσα μας από πάνω στο Τρικόλι. Είχε κήπο απέναντι εκεί που είναι ο Αγιος Γαβρίλης πάραπάνω από τη Πιθάρα. Αυτές φοβόντανε τα φίδια και εγώ πήγαινα μπροστά. Να ένα φίδι! Να ένα φίδι! Και μου λένε άντε ρε βλάκα όλο μας λες  βρε φίδι είναι. Άντε φύγετε από δω βρε φίδι. Είχανε και την ανεψιά τους, ήταν κοριτσάκι μικρό. Πάρτε το παιδί και φύγετε. Το καταλάβανε και τη χτύπησα εγώ και την σκότωσα. Ήτανε φουρνοφάισα. Αλλά δεν τη σκότωσα καλά. Το κεφάλι δεν της το έλιωσα καλά και πήγαινα πάνω να ανοίξω το νερό, τη χαβούζα για να ποτίζει η γειτόνισσά μας. Όπως πήγαινα επάνω έρχεται και λέει το φίδι φεύγει. Τρέχω πάνω, το φίδι έκανε τούμπες και του έσπασα το κεφάλι. Και για να γελάσω έκοψα ένα κομμάτι πλάτανο, ήτανε κατσουρίδα, και όπως ήτανε μακρύ το τράβηξα με τη κατσουρίδα κάτω μακριά και το έβαλα μες το μονοπάτι για να γελάσω. Παναγία μου φίδι, το είδε όμως πως είναι σκοτωμένο. Μου λέει βρε συ το σκότωσες αυτό; Πως το σκότωσες. Με τα χέρια μου! [Θεοχάρης Ραϊσης]

 

Εμβληματικό ζώο για την Άνδρο είναι ο έτουλας, το κοινό κουνάβι, αλλά ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ο αρασκός, που πρέπει κανείς να ξενυχτήσει για να τον δει.

 Ο έτουλας αν μπει στο κοτέτσι μέσα θα πνίξει όλες τις κότες. [Θεοχάρης Ραϊσης]

 Λένε ότι αυτός είναι έτουλας, δηλαδή αν θέλει να σου κάνει τη ζημιά θα στη κάνει. Γι’ αυτό και  στα πιο πολλά κοτέτσια υπάρχει γαλοπούλα μέσα γιατί κάνει μεγάλη φασαρία. Τις έχουν και επάνω στα δέντρα αν οι κότες είναι αμολητές. Το πιο καλό από όλα είναι η κουκουβάγια αν έχεις στο κτήμα σου. Δεν κυκλοφορεί τίποτα στη γειτονιά της το βράδυ, είναι απαγορευμένο.

 Ένα βράδυ είχε φύγει μια φραγκόκοτα και φωνή χάλαγε το κόσμο, κυνηγούσε έτουλα, φωνή όχι αστεία. Τρέχει πάρα πολύ.

 Και η χήνα έχει τα δοντάκια τα ψιλά και σου κάνει το τζην της μόδας, κλωστούλες όλο. Είναι να μην σε μαγκώσει. [Γιώργος Καϊρης]

 Οι αρασκιοί είναι πιο μεγάλοι από τα ποντίκια. Αν μπούνε στο κοτέτσι μέσα … [Θεοχάρης Ραϊσης]

φωτογραφίες: Καΐρειος Βιβλιοθήκη, www.steniotes.gr

Αφήστε ένα σχόλιο

Εγγραφείτε στο Ενημερωτικό Δελτίο μας

Εάν θέλετε να λαμβάνετε καθημερινά τα νέα μας καταχωρίστε το email σας στην παρακάτω φόρμα.
Διατηρούμε τα δεδομένα σας ιδιωτικά. Για περισσότερες πληροφορίες και ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματά σας διαβάστε την Πολιτική Απορρήτου μας.

Video της Ημέρας

Αρχείο

Βρείτε μας και στα Socia Media

© 2018 - 2023 | Ο Περίγυρος της Κινηματογραφικής Λέσχης της Άνδρου | Crafted by  Spirilio