Νέα

Εικόνες του τοπίου (4) – Τα Παρατσούκλια, του Γιώργου Σπέη

Μονή Αγίου Νικολάου 1977 από super8 Ειρήνης Τουντασάκη

Παρατσούκλια

 Όσοι έχουν αποκοπεί από τις ρίζες τους και ζουν σε μεγάλη πόλη, δεν μπορούν να καταλάβουν τη τοπική ταυτότητα και ότι αυτό συνεπάγεται. Παράλληλα παρ’ όλο που χρειάζεται η διαφοροποίηση στα ονόματα, πολλοί συμβαίνει να έχουν το ίδιο όνομα. Έτσι, ειδικά από τις μικρές ηλικίες, λίγο πολύ, όλοι αποκτούν ένα παρατσούκλι που τους ξεχωρίζει. Κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς θεωρούνται προσβλητικοί αλλά κάποιοι είναι ιδιαίτερα ευφυείς και τελικά πολλές φορές γίνονται επίθετα.

Έτσι λοιπόν οι ταυτότητες-παρατσούκλια που έχουν πάντα κάτι το σκωπτικό μπορούν να λέγονται αλλά είναι επικίνδυνο να γράφονται. Εδώ αυτό θα το αποτολμήσω γιατί μόνο έτσι φαίνονται οι αντιλήψεις και ξεχωρίζει ο ένας τόπος από τον άλλο. Φυσικά δεν θα αναφερθούν προσωπικά παρατσούκλια αλλά μόνο παρατσούκλια χωριών.

 Πήγα 7 χρονώ στη Χώρα, μας κοροϊδεύανε εμάς τους Αρβανίτες γιατί είχαμε μια άλλη προφορά, μας λέγανε μπρίκια κι εγώ, το κουτρούλικο, ντρεπόμουνα και προσπαθούσα να λέω τις κουβέντες μισές, να τις λέω ολόκληρες, για να μη με κοροϊδεύουνε. Και από τις Κατακαλαίοι όλοι είναι από τη Βουρκωτή. Είχαμε πολύ προφορά. Κατακαλιώτες δεν μιλούσανε έτσι, στην Άρνη στο Απροβάτου, εκεί ήτανε Αρβανιτιά και μας κοροϊδεύανε. Μικρό ντρεπόμουνα που με λέγανε μπρίκι. Εμάς στη Βουρκωτή μπρίκια και γκρέθια, τώρα τι ήτανε το γκρέθι δεν ξέρω. Μέχρι τώρα, αν έρθεις σε 2 λόγια με έναν Αποικιανό, θα πει…ρε το γκρέθι, ακόμη κρατάει.

Τους Στενιώτες τους λέγανε μαυρογόνατοι, Αβυσηνέζους και μαυρογόνατοι ήταν οι Στενιές, τους Χωραΐτες τους λέγανε πουλαράδες, δεν ξέρω, μπορεί ίσως που δεν είχε αμάξια, αυτοί οι πλούσιοι, οι Μπιρήκιδες, οι Γουλαντρήδες, οι Πολέμηδες, οι Κυδωνέοι, όλοι αυτοί. Ένας γιατρός, ο Νταγιώργης τον λέγανε, εγώ τον εγνώρισα, που ερχότανε με το μουλάρι. Θέλανε να πάνε να έρθουν εδώ στο πανηγύρια, στα Αποίκια. Πέρνανε έναν αγωγιάτη, που είχε ζώα και ερχόντανε για τα Αποίκια ή ο γιατρός, ερχότανε με τα μουλάρια και γι’ αυτό επειδή ήτανε πλούσιοι τους λέγανε έτσι. [Μαρία Ρούσου Μάνεση]

 Γκρέθια λέγανε τους Βουρκωτιανούς, γκρέθι είναι το μιγάδι, το κριθάρι, γκρίθι. [Ελευθέριος Πολέμης]

 

 

Κάθε λοιπόν τόπος είχε ένα γενικό παρατσούκλι αλλά και μια ταυτότητα που πήγαινε με αυτό τονίζοντας τα στοιχεία που ήθελαν, αναλόγως από πιο μέρος, να πιαστούν για να σκαλίσουν.

 Μιλάει Στενιώτης, Μας λέγαν μαυρογόνατους και αβυσσηνέζους [τους Στενιώτες], οι Χωραΐτες ή Καστριανοί. Με τα Αποίκια είχαμε καλές σχέσεις. Το κασάρχοντες ήταν για τους πλούσιους. [Γιάννης Μπουλμέτης]

Μιλαέι κατακαλιώτης,  Αυτοί μαζευτήκανε στις Στενιές από ψαράδες, Αβυσηνέζοι, γίνανε και τέτοιοι, κάποιοι. Μαυρογόνατους τους λένε. Ορισμένα παιδιά στο σχολείο που θυμάμαι εγώ ήτανε με σγουρά μαλλάκια καρουλάκι και πλατσουλή μύτη. Ήτανε ψαράδες και ναυαγήσανε και μείναν εδώ. Ήτανε όλοι ναυτικοί. Με την Κατοχή δεινοπαθήσανε αυτοί όλοι. Όλα τα κτήματα που βλέπεις, λειβάδες και τέτοια ο πατέρας μου τα ‘σπερνε. Έζησε όλο το Δυαραχάκι που λένε, η επάνω πλευρά των Στενιών έζησε από τους Κατακαλαίους. [Λεωνίδας Στεφάνου]

Μιλάει ένας Βουρκωτιανός, Όταν κατεβαίναμε κάτω από τη Βουρκωτή στα Αποίκια τους βλέπαμε σα θεούς. Οι Αποικιανοί λέγανε ότι κατεβαίνανε τα κακάβια. Εμείς πηγαίναμε εδώ κάτω. Ήταν μια στριμμένη δασκάλα και μας έβαζε 4-5 παιδιά που κατεβαίναμε και μας έβαζε στη απομόνωση και έλεγε τα κακάβια εκεί να κάτσουν.

Τους Αποικιανούς τους λέγανε Λιοκαρπάδες. [Δημήτρης Ζαννάκης]

Φαίνεται όμως τα παρατσούκλια μπερδευόντουσαν.

 Τους Πιτροφιανούς τους λέγαν Λιοκαρπάδες. Ο κάρπας είναι ένα φλασκί με το οποίο άρμεγαν τα ζώα, το αρμεόνι. Εκεί έβαζαν μέσα λίγες ελιές και λίγο ψωμί και ξεκινούσαν. Και γύριζαν όλο τον κόσμο. Είχε καπάκι από πάνω, σα σκεπασταριά, ξύλινο από κολοκύθα αποξηραμένο. Το λέγαμε κάρπα ή φλασκιά, το δοχείο αυτό. [Γιάννης Κορκόδειλος]

Μια γενική θεώρηση.

Τις Χωραΐτες τις λέγαμε Καστριανοί και βλέπανε όλους τους χωριανούς υποτιμητικά, και Κακάβια λέγανε τους Βουρκωτιανούς και τα Γαυριοχώρια. Οι Αποικιανοί ήμασταν οι μισοί ανάμικτοι, οι Στενιώτες Αβυσσηνέζοι και Μαυρογόνατοι, είναι άλλη ράτσα. Μεταξύ τους ξέρεις πως μιλάνε για τους άλλους… [Μαρία Ραΐση]

Τέλος μια εξήγηση για το παρατσούκλι από τη μεριά των Αρβανιτών στους Χωραΐτες.

Εκείνα τα χρόνια τα κουβαλούσανε με μουλάρια, νταμιζάνες, να πάνε στη Χώρα να πίνουν οι πουλαράδες. Τους λέγανε πουλαράδες γιατί είχε νοικιάσει κάποιος το κτήμα του προς την Άρνη. Του λέει κουμπάρε ένα ρίφι θέλω να μου φέρεις. Ε λέει θα σου φέρω κουμπάρε. Πάει κόβει το μικρό το ρίφι. Το τρώει. Του λέει δεν θέλω αυτό θέλω το άλλο. Καλά περίμενε θα σου φέρω κουμπάρε το άλλο. Γυρίζει πάει στο σπίτι, στο χωριό. Κόβει το πουλαράκι μικρό, το σφάζει και το παίρνει και το πάει. Του λέει κουμπάρε σου ‘φερα αυτό το ριφάκι που ήτανε πιο μεγάλο. Του λέει καλο; Καλό καλό. Ω πουλαράδες!

 Στενιώτες, τις λέγανε μαυρογόνατοι, επειδής ήτανε μαύροι. Ήτανε μελαψοί.

Οι Αποικιανοί είναι οι κοπαναίοι γιατί κοπανούσανε τα ζώα, τα αχαμνά. [Νίκος Τριανταφυλλάκης]

 

 

 

Αφήστε ένα σχόλιο

Εγγραφείτε στο Ενημερωτικό Δελτίο μας

Εάν θέλετε να λαμβάνετε καθημερινά τα νέα μας καταχωρίστε το email σας στην παρακάτω φόρμα.
Διατηρούμε τα δεδομένα σας ιδιωτικά. Για περισσότερες πληροφορίες και ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματά σας διαβάστε την Πολιτική Απορρήτου μας.

Video της Ημέρας

Αρχείο

Βρείτε μας και στα Socia Media

© 2018 - 2023 | Ο Περίγυρος της Κινηματογραφικής Λέσχης της Άνδρου | Crafted by  Spirilio