Νέα

Εικόνες του τοπίου (7) – Σπίτια, του Γιώργου Σπέη

Σπίτια

 

Η αρχιτεκτονική στην Άνδρο έχει περάσει διάφορες φάσεις παράλληλα τα κτήρια ήταν αστικά και αγροτικά. Εκτός από αυτά υπήρχε η φρουριακή και η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Αυτό δημιούργησε μια μεγάλη ποικιλία, που έγινε πιο πλούσια με τα νεοκλασικά και ρυθμού εκκλεκτικισμού αρχοντικά.

Η αρχιτεκτονική του νησιού τόσο στα χωριά όσο και στη Χώρα ήταν παλιά με δώμα με μπηλιασμένο χώμα.

 Θυμάμαι τη Χώρα όχι όλη με κεραμίδια. Το σπίτι μου παρ’ όλο που ήταν αρχοντόσπιτο ήτανε με δώμα και κάθε χρόνο τα μπηλιάζανε με το κυλιντρόβωλο, που το λέγανε. Τότε έκανε και νερά πολλά και περνούσανε.

 Θυμάμαι τον Απρίλιο-Μάιο γεμίζανε χαμομήλι. Τι ωραία που ήτανε. Με κατεβάζανε. Μια γειτόνισσα δεν είχε παιδιά και αυτηνής γέμιζε. Ήτανε μέχρι που γεννήθηκε η αδελφή μου το 30, ήτανε με δώμα. Εγώ το θυμάμαι, μια και έσταζε, βάζαμε λεκανίτσες. Με κατεβάζανε, λοιπόν, εγώ πόσο ήμουνα 8-9 χρονών, γιατί δεν πατούσανε, φοβόντουσαν μην βουλιάξουν. Και κατεβάζανε εμένα επειδή ήμουνα ελαφριά να μαζέψω το χαμομήλι. Χαρά πια εγώ. Και ήταν από πάνω 5 στο γύρω. Ολόκληρη γυναίκα ήμουνα, μην πέσω κάτω τα δώματα. Ήταν ένα παλαιό αρχοντικό, ωραίο σπίτι. Τελικά βούλιαξε από το πολύ νερό, έπεσε η στέγη. Πήρε όλο και το πάτωμα.

 Η γυναίκα αυτή μας το πούλησε, ήταν Κατοχή, δεν είχε παιδιά. Και έλεγε να το πουλήσει στους κολίγες της, ήταν από τον Πιτροφό. Αλλά πριν το πουλήσει μας το είπε. Είχε κτήματα και τα ‘δωσε στους κολίγες. Τις δώσαν τα λεφτά σα και πιάνανε τίποτα τα λεφτά, τότες. Εμείς την θάψαμε. Εν πάσει περιπτώσει μας είπε και τις δώσαμε λεφτά. Αλλά και αυτά τα λεφτά πάλι τα ίδια. [Ευγενια Πολέμη]

 Εγώ έφτασα τα παλιά σπίτια που ήταν από πάνω με δώμα με πηλό. Σχεδόν σε όλες τις Στενιές και από κάτω ξύλα, μαδέρια και καλάμια. Ήταν πολύ αρχαίες κατασκευές. Κάθε χρόνο ή κάθε δεύτερο χρόνο παίρναν αυτό το ειδικό χώμα από διάφορες περιοχές και μια ήταν τα Ελληνικά, το κάναν σωρουδάκια και ερχόνταν οι εργάτες και υπάρχουν ακόμα το βόλι, ένας κύλινδρος με τα ξύλα. Μπήλιασμα λεγόταν αυτό, και το πάτημα του μπηλιαστή ήταν τεχνικό, στο τέλος το ισιώνανε και κίνδυνος αυτής της περιπτώσεως ήταν να είναι μια μυρμηγκοφωλιά. Εκείνο που κάναν λάθος ήταν ότι δεν δίνανε κλίση και ήταν οριζόντιο. Η μεγάλη ανοικοδόμηση των Στενιών ήταν το 1950 αλλά τα πιο πλούσια σπίτια είχανε κεραμίδια. Η επαναστατική αλλαγή στο χωριό ήταν επί Μαρκεζίνη όταν κόπηκε το νόμισμα στη μέση και έτσι τα χρήματα, που ήταν συνάλλαγμα, διπλασιαστήκαν.  Έτσι άρχισε η μεγάλη ανοικοδόμηση. [Γιάννης Μπουλμέτης]

Σιγά- σιγά οι στέγες έγινε από κεραμίδια όταν το νησί άρχισε να αποκτά λεφτά από τη ναυτιλία και τη μετανάστευση.

 Το σπίτι τούτο δω ήταν το μισό δώμα και το μισό κεραμίδια. Το 26 ο πατέρας μου που ήταν στην Αμερική έστειλε λεπτά της μάνας μου και το είχε κάνει κεραμίδια όλο. Και τη Χώρα με σπίτια με δώμα τη θυμάμαι, του Πασχάλη το σπίτι με δώμα το θυμάμαι, το είχε πουλήσει στο Ράλια. Θυμάμαι όχι πολλά σπίτια. Δεν πηγαίναμε και τακτικά στη Χώρα, για σκολείο πηγαίναμε. Είχε όμως. Εδώ όλα τα σπίτια σχεδόν με χώμα ήτανε. Κουβαλούσαν το χώμα, κοκκινόχωμα όπου έβρισκαν καλό χώμα, το μετέφεραν και το μπήλιαζαν με κύλινδρα, μαρμάρινες πέτρες. Μετά γίνανε μπετά κεραμίδια. [Γιάννης Κορκόδειλος]

Τα αγροτικά κελιά στην Άνδρο έχουν μια αρχιτεκτονική ιδιαιτερότητα τους π’σους (πεσσούς).

Το κάθε κελί είχε στη μέση ένα στύλο πέτρινο και επάνω στο πέτρινο στύλο στερεωνότανε στην οροφή οι πλάκες. Είχανε παχνιά γύρω- γύρω και δένανε τα ζώα τους. Στα Λάμυρα δεν είχε. Τα πέρα χωριά είχανε. Εδώ είχε κάνει ο Καϊρης ένα τέτοιο και το είχε πάρει ο πεθερός μου και υπάρχει. Δεν έχω δει να φτιάχνουν τέτοιο. Εδώ δεν έχουμε περιστεριώνες, τα πέρα χωριά έχουνε και το Κόρθι. Ήτανε καλλιτέχνες, προ πάντων οι Κορθιανοί είχανε δουλέψει στη Σμύρνη. Ήταν πολύ τεχνίτες και  μαρμαράδες ήταν και χτίστες ήταν. Είχε και εδώ τεχνίτες. [Γιάννης Κορκόδειλος]

Το δάπεδο στα χωριά ήταν από πατητό χώμα.  Παλιά ρίχναν την αμούργια στο δώμα αλλά και μέσα και γινόταν ένα, έκανε τσίπα. [Γιώργος Καΐρης]

Με χρήματα από τη ναυτιλία και το εξωτερικό χτίζονται το πρώτο μισό του 20ου αιώνα διάφορα αρχοντικά στη Χώρα αλλά και στις εξοχές. Εντυπωσιακό είναι το σπίτι του Αθηναίου από την Αλεξάνδρεια σε ρυθμό εκλεκτικισμού.

 Το σπίτι του Αθηναίου, αυτός το είχε μετασκευάσει 2-3 φορές. Ήταν φτωχόπαιδο. Πως ευρέθει στην Αίγυπτο δεν ξέρω. Έκανε όμως ευεργεσίες στον τόπο μας. Έκανε τον Άγιο Παντελεήμονα κατά 75%. Έκανε το σχολείο εδώ και έδωσε δουλειά στον κόσμο χρόνια πολλά. Είχε και παγοποιείο, ήταν γνωστός στον Ευρώπη. Κάθε χρόνο πήγαινε στη Γαλλία. Μας έκανε δώρο ένα τουφέκι, ήταν ένα εργοστάσιο που έκανε κάτι μπαστούνια που ήταν και ντουφέκια.  Δεν είναι πολύ καλή κατασκευή το σπίτι. Έχει δύο διαδρόμους, ένα στο υπόγειο και ένα επάνω. Έχει ωραία είσοδο που πηγαίνει επάνω. Τα κουφώματά του  ήταν πολύ ζωντανό το ξύλο μέχρι σήμερα. Έπιπλα είχε αξιόλογα μέσα. Φιλοξενούσε δεσποτάδες. Πέθανε νέος, έκανε 4 παιδιά, ο ένας ήταν και λοξός πήρε το μερίδιό του και έφυγε στη Νότιο Αφρική και δεν ξαναγύρισε. Ένας άλλος στην Αμερική πούλησε το μερίδιό του σ’ ένα Σπυρόπουλο και δύο κόρες που είχε. [Γιάννης Κορκόδειλος]

 

Στη φρουριακή αρχιτεκτονική εντάσσονται διάφοροι πύργοι και πυργόσπιτα στη Χώρα και στις εξοχές. Αυτά το παλιότερο δεν μπορεί να ξεπερνά τη καταστροφή της Χώρα από τον πειρατή Crevelier το 1690.

 Ήταν ένας πύργος του Δίμητσα στις Στραπουριές, ο πύργος του Κατσώτη, σχολάρχη πιο πίσω στα Λάμυρα στη στροφή αριστερά, που πάμε με τσιμέντο και ο πύργος του Λογοθέτη και εδώ επάνω [στα Λάμυρα] ήταν του Σαρέλλη, μετά το πήρε ένας Παλαιολόγος. Ο Σαρέλλης είχε κουμπαριά μ’ έναν οπλαρχηγό τον Βάσο Μαυροβουνιώτη της Επαναστάσεως, αυτός ερχόταν ταχτικά στου Σαρέλλη, πιθανόν να ήταν παρεπίθετο το Σαρέλλης και μάλιστα έλεγαν ότι είχε κάνει ειδικό στάβλο για το άλογο του Μαυροβουνιώτη. Πιθανόν να έκαναν από εδώ εκστρατεία στη Συρία. Μάλιστα είχε κλέψει μια από τη Τζιά, Ελένη την έλεγαν και την είχε φέρει και έμεναν στου Σαρέλλη. Αυτά τα έλεγε ο Πασχάλης. Ο Νικολάκης ο  Παλαιολόγος ήταν ζαχαροπλάστης, είχε και λιοτρίβι. Του Υψηλού είχε 2, οι Στραπουριές άλλα 2, το Τσιγγανοχώρι άλλο ένα και εδώ 2. Κάτω από του Αθηναίου λεγόταν Τσιγγανοχώρι. [Γιάννης Κορκόδειλος] Η ιστορία του στρατηγού Βάσου, τουλάχιστον το κομμάτι που αφορά την Άνδρο αναφέρεται στον Πασχάλη και είναι η περιβόητη εποχή των Λιάπηδων.

Διάφορα επαγγέλματα, κάποια μάλιστα σε συγκεκριμένα χωριά, είχαν αποκλειστική απασχόληση με τις δουλειές και τα υλικά που χρειαζόταν ένα κτήριο, κτιστάδες, πέτρα, σιδερικά, ασβέστη και ξυλεία. Όμως αν και ήταν καλοί τεχνίτες είχαν και άλλες ασχολίες, όπως θα φανεί.

Πέτρα. Η επεξεργασία και μεταφορά της πέτρας ήταν βαριά δουλειά. Τη πέτρα την έβγαζαν στις πελεκανιές Πελεκανιά είναι εκεί που βγάζουνε τις πέτρες. [Περικλής Αθανασίου]

 Είχε μαστόροι που σηκώνανε κάτι πλάκες ίσαμε την κουζίνα. [Λεωνίδας Στεφάνου]

 Μια οικοδομή που γινόταν από θεμέλια εμείς [οι αγωγιάτες] τα κουβαλάγαμε. Οι παλιοί είχαν τις χαμαλίκες ανεβάζανε τις πέτρες επάνω και τις κρατούσαν δύο ανθρώποι και τις βάζανε στη πλάτη. [Περικλής Αθανασίου]

Στα κελιά μάλιστα η οροφή όλη γινόταν από πέτρα. Μπουντουλούμια είναι αυτές οι πέτρες που κρατάνε τη στέγη.

Το κονάκι του Ηρακλή

Γύφτος. Ο γύφτος ή σιδεράς έβγαζε όλα τα σιδερένια εξαρτήματα μιας οικοδομής αλλά παράλληλα κατασκεύαζε και όλα τα εργαλεία. Ξέρεις πόσοι γύφτοι ήταν εδώ! Φτιάχνανε ασβέστη, βάφανε το μιγκάρι, όλα όλα. Στα Αποίκια εγώ πρόλαβα τρεις αλλά κάτω στη Χώρα είχε πολλούς. Ήταν Αποικιανοί, ήταν ένας Κυριάκος, ένας Γιαννόπουλος, ένας Λοϊζος. Άσε που ξέρανε και οι ίδιοι, βάφανε και οι ίδιοι, είχανε και αμόνι για να κοπανάς, τώρα τα παίρνεις έτοιμα. Το ζεσταίνανε εδώ μπροστά και του κολλούσαν ένα άλλο σίδερο από μπροστά το κτυπούσαν και το κάνανε μονοκόμματο και κολλούσε και το άλλο κομμάτι, το ατσαλώνανε. Το έκοβε ίσιο το χτυπούσε και με τη λίμα και έκοβε σα το ξυράφι. [Δημήτρης και Μαρίκα Μαργέτη]

Ασβέστη. Ο ασβέστης ήταν ειδίκευση ενός χωριού, του Πιτροφού. Το χωριό του Πιτροφού ήταν μεγάλο χωριό κτηνοτροφικό και είχε πολλά ζώα. Το χωριό αυτό το έχω γνωρίσει σα δικό μου από μικρό παιδί. Ο πατέρας μου είχε εκεί ένα θείο της μάνας μου αδελφό, ο οποίος είχε έρθει από ένα χωριό του Κορθίου και εγκατεσταθει εκεί. Φαίνεται ότι ήταν σπίτι πλούσιο γιατί, υπάρχει ακόμα, ήταν αρχοντόσπιτο. Έχει και ένα κτήμα καλό και πάρα κάτω ένα κτήμα καλό και ποιός ξέρει τι άλλα κτήματα είχε. Ήταν λοιπόν ένας καλός παραγωγός. Φαίνεται ότι ο πατέρας μου πήγαινε και τονε βοηθούσε. Δεν ξέρω ποιά ηλικία γιατί ο πατέρας μου ήταν πολυθέματος. Ήταν ότι ήταν πολύ εργατικός, διορατικός και ελεήμων, βοηθούσε ή προσωπικά ή με την τσέπη του όπου είχε ανάγκη. Είχε εμπειρία στην γεωργία. Ξενητεύτηκε. Τον διεδέχθηκε ένας  γιός του με τον οποίο διατηρήσαμε φιλία και συγγένεια και κουμπαριές κάναμε. Σ’ αυτό το χωριό παραπλεύρως είναι ένας συνοικισμός η Μελίδα. Ήτανε ένα γραφικό μέρος, τώρα είναι ακατοίκητο, έχει ρουμανιάσει. Είχε τρεις νερόμυλους, οι οποίοι εργαζόταν από νερό. Έβγαινε στη κορυφή του βουνού κοντά στο Πέταλο. Μεγάλη πηγή με φλέβα και διοχετεύανε με χωματαύλακα. Το νερό αυτό πήγαινε και στη Παλιόπολη, σ’ ένα χωριό Κόλυμπο, γιατί επότιζε εκεί, δεν ξέρω πόσες μέρες επότιζε εκεί. Το γύριζαν από δω ή από κει και ήταν η χαράδρα παρακάτω και πήγαινε μόνο του. Οι μύλοι αυτοί είχαν πάρα πολύ δουλειά, ήταν τρεις. Ένας εξ αυτών ήταν περιοχή  που καλλιεργούσαν σιτηρά πολλά. Απέναντι τα χωριά, πολλά, Ζαγανιάρης, μέχρι Καπαριά, Παλαιόπολη, εκεί πηγαίναν. Αυτοί δούλευαν μέχρι τώρα.

 Οι Πιτροφιανοί, είχε πολλούς που δέν πήγαιναν αλλού. Είχαν παραγωγή καλή και ζούσαν καλά. Οι άλλοι όμως είχαν μια απασχόληση, την παραγωγή του ασβέστη στο τόπο. Η παραγωγή του ασβέστη γινόταν εκείνα τα χρόνια στα βουνά από κλαδί. Καύσιμος ύλη ήταν το κλαδί. Στα χρόνια τα δικά μου θυμάμαι εταιρίες τέσσερις που κάναν τον ασβέστη. Αυτοί είχαν ως πάρεργο την κατασκευή του ασβέστη. Ήταν ο αρχηγός τους ο οποίος είχε και εμπειρία στο κτίσιμο και το κάψιμο του ασβέστη και άλλοι 11, 12  συντροφιασμένοι. Έκαναν τις δουλειές τους το πρωί στα κτήματά τους και από Απρίλιο μέχρι Σεπτέμβριο δούλευαν εκεί. Μετά παίρναν τις αξίνες τους, τα φτυάρια τους, καλοφτιαγμένα από το σιδηρουργείο, και τραβούσαν για το βουνό. Έπρεπε τοποθεσία που είχε κλαδί άφθονο για να κάψει το καμίνι. Το καμίνι για να κάψει ήθελε τουλάχιστον 4.000 αγκαλιές.  Τις ξερίζωναν, τις πέτρωναν με πέτρες μεγάλες από πάνω να μην τις πάρει ο άνεμος και συνέχιζαν. Αφού εξασφαλίζαν το καύσιμο, έπρεπε να βρουν το μάρμαρο. Το μάρμαρο δεν τους ένοιαζε αν ήταν μακριά, είχαν τα γαϊδούρια τους, τα οποία ήταν  εργατικότατα και σκληροτράχηλα, και το μετέφεραν. Παντού- παντού έβγαινε και μάρμαρο. Έβγαζαν το μάρμαρο το συγκέντρωναν γύρω- γύρω. Ο Μάστορης το έχτιζε κυκλοτερώς και κάποια στιγμή με νηνεμία άρχιζαν και το έκαιγαν. Το κάψιμο διαρκούσε 10-12 ώρες. Το άφηναν να κρυώσει και το ξεκαμίνιαζαν μετά. Αν ο τεχνίτης είχε παραγγελία μεγάλες ποσότητες για οικοδομές ήθελε να το ετοιμάσουν αυτό πρώτα να το παραδώσουν. Πάλι η μεταφορά ήταν με τα ζώα. Η μεταφορά ήταν του αγοραστή. Ο αγοραστής το έβαζε σε ασβεσταριά, σε βαρέλια αναλόγως. Τα ασβεσταριά ήταν ένας λάκκος γύρω από την οικοδομή.

 Υπήρχαν παλαιά καμίνια προ χρόνων τα οποία ξαναμεταχειριζόνταν. Αν δεν υπήρχε έσκαβαν  ένα λάκκο δυόμισι μέτρα τρία και το χτίζαν με πέτρα από κάτω προς τα πάνω και άφηναν ένα παράθυρο να τροφοδοτείται με κλαδί το καμίνι. Το έχτιζαν όπως χτίζαν το γεφύρι και εφήρμοζαν οι πέτρες. Και συνέχεια το τροφοδοτούσαν με κλαδιά. Όταν ο ένας κουραζόταν τον αντικαταστούσε ένας άλλος. Αυτοί συνέχεια έτρεχαν σα στρατιώτες να τροφοδοτούν το καμίνι. Και μετά άρχιζε η πώληση και η μεταφορά. Στενιές, Αποίκια, Βουρκωτή, Απροβάτου, Άρνη, όλα τα χωριά από δω τα τροφοδοτούσνα οι Πιτροφιανοί με ασβέστη. Δεν ερχόταν ασβέστης ξενικός. Αργότερα ερχόταν ένα καΐκι και έφερνε. Μετά όταν τελείωνε η πώληση καθόταν στο καφενείο κάτω και έχω ακούσει ότι ο μάστορης δεν έπαιρνε παραπάνω από τους συνεταίρους, το ίδιο  μερδικό. Ίσως να μην εργαζόταν πολύ αυτός. Ένας λεγόταν Ανδρέας Λάβδας, ο άλλος ήταν ένας Κασιδόνης Γιάννης, ο άλλος ήταν Κωσταντάκης και ο άλλος ήταν Ιωάννης Μηλαίος, αυτός ήταν από την Μελίδα, αυτοί οι 4 έκαναν τα καμίνια.

 Οι χωρικοί όταν είχαν ώρα πηγαίναν και πάιρναν ασβέστη, οι νοικοκυραίοι χρειαζόνταν 40-50 οκάδες ασβέστη το χρόνο. Ασβεστώναν τα σπίτια τους, τους υπονόμους ήταν απολυμαντικό. Μετά μοιράζονταν τα λεφτά και μετά οινοποσία. Πολλοί από αυτούς ήταν βρακάδες.

 Μέχρι το 1929 πλήρωναν στην εφορία εισφορά. Πήγαινε ο εφοριακός στο καμίνι και μετρούσε το καμίνι. Μετά ήρθε ένας γερουσιαστής το 29, Βογιατζίδης, όταν ήρθε ο Βενιζέλος με μεγάλη πλειοψηφία το 28 και ανεδείχθη αυτός. Τον ψήφισαν οι Κυκλαδίτες, ήταν από εδώ, Ανδριώτης, και τους απήλλαξε από τον φόρο του καμινιού.

Μια παραπλήσια δουλειά των Πιτροφιανών ήταν το κάρβουνο αλλά και το ψάρεμα.

Δουλειά των Πιτροφιανών ήταν τα ψάρια, η τροφοδοσία των φούρνων με κλαδί, ήταν δουλειά των Πιτροφιανών. Οι φούρνοι στη Χώρα δεν είχαν τίποτε άλλο αυτό έκαιγαν, το φρύγανο του βουνού. Πήγαιναν στο βουνό, έκαναν το φόρτωμα, ήταν δεξιοτέχνες και τα πήγαιναν στους φούρνους. [Γιάννης Κορκόδειλος]

Ξυλεία. Η  πιο σημαντική ξυλεία στην Άνδρο ήταν τα κυπαρίσσια για τα δοκάρια στα κτήρια, όπως παλιότερα ήταν για τα κατάρτια στα ιστιοφόρα. Φυσικά χρησιμοποιούσαν κάθε είδους ξυλεία ακόμα και για την οικοδομική.

Τα κυπαρίσσια τα κουβαλάγανε στη πλάτη, το σκίζανε στη μέση με τη καρμανιόλα, ένα μεγάλο πριόνι. Το κουβαλάγανε 4 μαζί. Βάζανε σφήνες στη μέση και το κοπανάγανε. Τις φτιάχνανε οι γύφτοι. [Δημήτρης και Μαρίκα Μαργέτη]

Στα τελευταία χρόνια ήταν κάποιος από τα Φάλικα και δούλευε με κάτι από εδώ. Ο πάππους μου ήταν καλός τεχνίτης δούλευε και στον Αγιο Πέτρο στο μεταλλείο, στοές έκανε δεν ξέρω. Έφευγε Δευτέρα πρωί και ερχόταν Σαββάτο βράδυ. Όλο το δρόμο ποδαρόδρομο. Ήταν εύσωμος και γερός. Οι Στραπουριές είχε και άλλους που σκίζανε ήταν κάτι Λαμπρηνίδηδες, ένας Βασίλης Τριγώνης ήταν και ένας Λύκος, τον έλεγαν, πριονάς ήταν. Και ο πατέρας αυτού του πλουσίου του Αθηναίου, αδελφή του πάππου μου είχε, δεν ήταν προκομμένος άνθρωπος, με τον πάππου δεν δούλευε ποτέ. Ένας Παρασκευούλης ήτανε, τον έφτασα εγώ δούλεψε με τον πάππου αλλά έκανε και άλλες δουλειές. Το ξύλο τότε ήτανε τα κυπαρίσσια. Ήτανε ένα εισόδημα 30 χρόνια αν το πουλούσαν πάντρευαν ένα κορίτσι. Τα πουλούσαν είχαν πέραση τα ξύλα.

 Πιο πάνω είναι μια άλλη τοποθεσία και λέγεται Βασιλικά. Εκεί ακόμα υπάρχουν. Ήταν η τοποθεσία αυτή του πάππου μου. Ο πάππους μου ήταν Γιαννάκης Κόκκινος. Αυτουνού η δουλειά ήτανε να σκίζει ξύλα. Εδώ η περιοχή μας είχε ανθρώπους να σκίζουν ξύλα. Κυπαρίσσια όσο επί το πλείστον. Αυτά είναι η πηγή του τόπου αυτού γιατί απορροφάν όλη την ικμάδα του τόπου. Με καταρράκτη  σκίζανε αυτά. Όλοι είχανε δουλέψει αυτά και ο πατέρας μου και ο πάππους μου. Όταν δεν είχανε δουλειά εδώ δεν έκαναν σκεπές άλλα ξύλα δεν μπορούσαν να δουλέψουν πηγαίναν στη Σύρα, που ήτανε ένας συγγενής του ένας Βαλμάς, που έφερνε ξύλα από τη Ρουμανία ακατέργαστα και τα σκίζαν εκεί στον ταρσανά. Μέχρι το Κατάκωλο είχε φτάσει, που έκαναν δούγες για τους σιδηροδρόμους και έσκιζαν καστανιές. Ήταν ένα πριόνι σ’ ένα πλαίσιο και το ακόνιζαν αυτό. Ένας καθόταν από πάνω και ο άλλος από κάτω. Ακουμπούσαν σ’ ένα τοίχο από τη μια μεριά και από την άλλη είχαν κάτι και το ακουμπούσαν αναλόγως το μετέφεραν. Βαριά δουλειά, πολύ βαριά. Είχαν ξύλινες σφήνες και το στάθμιζαν το ξύλο. Το στάθμισμα είναι μια κόκκινη μπογιά για να σημαδέψουν τη γραμμή που θα ακολουθήσει το πριόνι. Είχαν ένα σπάγκο και το κρατούσε ο ένας από τη μια μεριά και ο άλλος από την άλλη και έβλεπαν πόσο θα ανοίγει το ξύλο, 5 πόντοι, 10 πόντοι, αναλόγως. Είχε πέσει κεραμοσκεπές, είχαν ξύλα τις φτέρνες, που έπιαναν από τον ένα τοίχο στον άλλο. Μετά κάνανε  εγκοπή στις άκριες , έκοβαν το ξύλο και το πελεκούσαν για να πιάσει το ψαλίδι και στη μέση αναλόγως την σκεπή έκαναν τον μπαμπά ένα όρθιο ξύλο να το βάλεις απάνω. Θέλεις ακρίβεια όμως. Πλατιά από τη μια και στενή από την άλλη η σκεπή. Δουλεύαν και στις οικοδομές, το φαρμακείο της Ελένης της Τσατσομύρου έγινε το 1916, το έκανε ο πάππους μου με τον πατέρα μου. Το 1916 είχανε κάτι σκεπάρνια όχι συνηθισμένα, σκεπάρνια τα λέγανε σκεπαρνιές και πελεκούσαν το ξύλο. Και ξέφυγε και έκοψε το πόδι του έπαθε αιμορραγία και έπαθε τύφλωση και δεν ξαναδούλεψε. Τελευταία σκεπή που έκανε ήταν κάποιου Γουλανδρή Πετράρα. []

 

Αφήστε ένα σχόλιο

Εγγραφείτε στο Ενημερωτικό Δελτίο μας

Εάν θέλετε να λαμβάνετε καθημερινά τα νέα μας καταχωρίστε το email σας στην παρακάτω φόρμα.
Διατηρούμε τα δεδομένα σας ιδιωτικά. Για περισσότερες πληροφορίες και ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματά σας διαβάστε την Πολιτική Απορρήτου μας.

Video της Ημέρας

Αρχείο

Βρείτε μας και στα Socia Media

© 2018 - 2023 | Ο Περίγυρος της Κινηματογραφικής Λέσχης της Άνδρου | Crafted by  Spirilio