
Ο Θόρντον, Αβορίγινας κι ο ίδιος, αφηγείται μια (πολυ-ιδωμένη) ιστορία για την επιβολή της δυτικής κοσμοθεωρίας στους ιθαγενείς Αυστραλούς, για τα παιδιά που χάθηκαν αφότου βρέθηκαν από τους εποίκους τους, όμως χωρίς ακρότητες, χωρίς βία, αντιμετωπίζοντας την κάθε «πλευρά», αυτή του σοφού αγοριού κι αυτή της παθιασμένης καλόγριας, με την ίδια κατανόηση και στοργή. Μια σειρά από «λυρικά» slow motion καθυστερούν το ρυθμό του φιλμ, η Κέιτ Μπλάνσετ δείχνει μόνο σπίθες παράνοιας και σύγχυσης, προσεγγίζοντας την Ντέμπορα Καρ (ενίοτε και την Καθλίν Μπάιρον) του «Μαύρου Νάρκισσου», ενώ τα παιδιά που αποτελούν το βασικό καστ, μαζί και ο πρωταγωνιστής Ασουαν Ριντ, παίζουν ερασιτεχνικά, βάζοντας τακτικά τρικλοποδιά στο δράμα.
Παρόλ’ αυτά κι όσο προφανής κι αν είναι η αλληγορία του Θόρντον, για τον φόβο του «ξένου», για τον απρόσμενο «εκλεκτό» που δεν είναι πια ο Χριστός, η ταινία ξετυλίγεται με ζεστασιά και νοιάξιμο, καταδεικνύοντας όσα γίνονται και έγιναν στο… όνομά Του, αναδεικνύοντας το σύνδεσμο των ιθαγενών με τη φύση και το παραπέρα σύμπαν του νου, καταλήγοντας σε μια καλοδεχούμενη κάθαρση.
