Νέα

” Το έθιμο με τα Καρύδια στο Συνετί”, του Σπύρου Τσαούση

Η περίτεχνη βρύση στην πλατεία του χωριού

Αγίου Νικολάου ανήμερα, μόλις έπιανε το σούρουπο, οι δρόμοι στο Συνετί αποκτούσαν έντονη κινητικότητα. Παρέες γύριζαν τα σπίτια για να χαιρετίσουν τους εορτάζοντες, και στα καφενεία μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα θα συντρόφευε το χωριό για τις επόμενες είκοσι πέντε ημέρες. Ξεκινούσαν τα Καρύδια!

Απ’ το γεφύρι για το Κούρβουλο και προς το φαράγγι των Διποταμάτων, το Συνετί ανέκαθεν ήταν γεμάτο καρυδιές. Στο μύλο του Κόκκινου, στης Γιαννέλαινας, στη λίμνη της Μπίλας, στα χωράφια του Γονέου. Τα καρύδια αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της διατροφής των χωριανών για αιώνες. Πολύ θρεπτικός καρπός και εκλεκτό υλικό για τα τοπικά παρασκευάσματα.

Σε έναν άλλο, πολύ μεγαλύτερο ποταμό κατά τον 19ο αιώνα, και κυρίως με την έξαρση του Αμερικάνικου εμφυλίου (1861 – 1865), αναπτύχθηκε ένα συναρπαστικό παιχνίδι της τράπουλας. Τα ατμόπλοια του Μισισιπή, από τη Νέα Ορλεάνη μέχρι το Βορρά, αποτέλεσαν ιδανικό τόπο για να διαδοθεί το πόκερ.

Ένας παράξενος συνδυασμός των καρυδιών με τα χαρτιά δημιουργείται στο Συνετί στα τέλη του 19ου αιώνα, με αποτέλεσμα να γεννηθεί ένα μοναδικό έθιμο που έχει φτάσει ως τις μέρες μας και βιώνεται αποκλειστικά και μόνο σε αυτό το χωριό.

Από το gambling του αμερικάνικου νότου, στα Καρύδια του Συνετίου

Το ενδιαφέρον που προκαλούσε το παιχνίδι με τα καρύδια ξεπερνούσε τα όρια του χωριού. Τα πολλά δεμένα μουλάρια στα κυπαρίσσια και τα λάινα στου Μπούκαλη τα παλαιότερα χρόνια, και ο σταθμός γεμάτος αυτοκίνητα τα νεότερα, μαρτυρούσαν το πλήθος των επισκεπτών που έρχονταν στο Συνετί για τα Καρύδια.

Σταυρός, Λαγός, Μακρύ, Γωνία, Γκίνια, Νεκροταφείο, Μπουχτού, Κούκος, Άνοιξε – κλείσε, Ασανσέρ, Follow the Queen… δεκάδες παιχνίδια, παραλλαγές της πόκας με ονομασίες, ορολογία, κανόνες και ειδικούς περιορισμούς στο ποντάρισμα που σέβονταν όλοι οι παίχτες.

Στη μέση του τραπεζιού ο σιδερένιος δίσκος, έτοιμος να υποδεχτεί τα καρύδια του κάθε παίχτη, που συνήθως ξεχείλιζαν πάνω στην τσόχα. Παλιά ο καθένας έφερνε τα δικά του καρύδια μέσα στην τραγιάσκα του και αν δεν του έφταναν έπαιρνε από τους συμπαίκτες του ή το μαγαζί. Είναι πολλές δεκαετίες όμως που τα καρύδια αγοράζονται από τον καταστηματάρχη και αν του σωθούν, αγοράζει και εκείνος από τους παίχτες.

Όσο διαρκούσε το παιχνίδι, ακόμα και μετά τα μεσάνυχτα, οι μεζέδες με το κρασί και το ρακί έρεαν άφθονοι. Το ίδιο και οι κουβέντες και τα πειράγματα αυτών που δεν έπαιζαν αλλά κοιτούσαν, όπως και κάποιων γυναικών που κάθονταν στη σόμπα για να πλέξουν. Πριν τον πόλεμο, πέρναγαν και παιδιά νωρίς από τα καφενεία και έπαιρναν από ένα λουκούμι.

«Καρυδάδες» εν δράσει στο παραδοσιακό καφενείο του Καμπάνη (Γ. Κοντού).

 

Φωτογραφία Vang Louk, επεξεργασία: Σπύρος Τσαούσης

 

Στη μεγαλύτερη διάρκεια του 20ου αιώνα, το Συνετί είχε τέσσερα καφενεία τα οποία φιλοξενούσαν, το πατροπαράδοτο αυτό έθιμο. Του Καμπάνη και του Μπακάλη στην Πλατεία του χωριού, του Τάσου που από κάτω είχε το φούρνο του χωριού και του Ηλία που από κάτω είχε βίδα (ελαιοτριβείο). Τη δεκαετία του 90’ και αφού είχαν κλείσει πια τρία από αυτά, έγινε το καφενείο Διποτάματα κοντά στο σχολείο και σήμερα συνεχίζει να λειτουργεί μόνο το καφενείο του Καμπάνη στην Πλατεία.

Το παιχνίδι με τα καρύδια σταματούσε αυστηρά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το απόγευμα, όπου οι καταστηματάρχες ευχαριστούσαν τους παίχτες, κερνώντας πλούσιους μεζέδες. Αυτή ήταν και η επιταγή του εθίμου. Να ανανεωθούν οι σχέσεις των ανθρώπων, να περάσουν ευχάριστα το δύσκολο Δεκέμβρη, να κεραστούν οι παρέες, να φτιάξουν οι σπιτονοικοκυρές μοναδικά γλυκίσματα με τα άφθονα καρύδια του χωριού όπως παστέλι, φοινίκια, καλσούνια, καρυδόπιτες, καριόκες, δίπλες, μουσταλευριές, παστελαριές, να τα κάνουν λουκούμια βουτώντας τα στο μούστο, να τα κεράσουν ως ξηρούς καρπούς με το ρακί, να φτιάξουν πλούσιες σαλάτες.

Και αν τα Καρύδια δεν παίζονται φέτος λόγω πανδημίας, το Συνετί στολισμένο περιμένει την έλευση του νέου έτους

 

Σε λίγο ξημέρωνε Πρωτοχρονιά και τη θέση των μεγάλων στα καφενεία, έπαιρναν τα παιδιά χτυπώντας τις πόρτες χαρούμενα, με τα τρίγωνα και τα τουμπιά στα χέρια. Να τα πούμε;

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,

κι αρχή καλός μας χρόνος…

και ‘σεις που έχετε παιδιά που λείπουνε στην ξενιτιά,

εύχομαι να τα δείτε, όπως τα επιθυμείτε.

Και του χρόνου!

 

 

υ.γ. Το αρχικό κείμενο κυκλοφορεί στην έντυπη ΑΝΔΡΙΑΚΗ, φύλλο Δεκεμβρίου 2020

Αφήστε ένα σχόλιο